Elpis et Logos. Jalons pour une philosophie de l' espérance

Elpis et Logos. Jalons pour une philosophie de l' espérance

Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών   

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)   

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
CC_BY_NC_SA



Elpis et Logos. Jalons pour une philosophie de l' espérance

Bougas, Tassos

Η συστηματική σκέψη παραθεώρησε μέχρι τελευταία την ελπίδα ως αντικείμενο θεωρητικής διερεύνησης, παρά την καθολικότητά της ως έκφανσης της βιωματικής εμπειρίας και τη θεμελιακή της σημασία για τη σχέση της συνείδησης με το είναι. Οι λόγοι της παραθεώρησης αυτής είναι διπλής αναφοράς : ανάγονται από τη μια μεριά στην ιδιοτυπία του φαινομένου της ελπίδας, από την άλλη στη δομή του φιλοσοφικού στοχασμού. «Η ελπίδα αντιπροσωπεύει ένα πλεόνασμα σε σχέση με τα η γνώση και την πράξη. Του πλεονάσματος αυτού δεν υπάρχει έννοια, αλλά μονάχα παράσταση» (Ricoeur). Κατά πρώτο λόγο, η αδυναμία θεωρητικής θεματοποίησης της ελπίδας προέρχεται από τη βασική αντινομία βιούμενο-νοούμενο. Η βιούμενη εμπειρία δεν μεταγράφεται σε αφηρημένη ιδέα χωρίς απώλεια της εμπειρικής αμεσότητας και της προσωπικής μοναδικότητας. Η έννοια δεν είναι παρά άδεια «δομή δεκτικότητας», η υπαγωγή στην οποία σημαίνει για το βίωμα κένωση του συγκεκριμένου βιωματικού του φορτισμού. Έτσι η ελπίδα ως «πάθος της ψυχής», κατά τον κλασσικό ορισμό, δεν χωρεί σ’ όλη της τη βιωματική πληρότητα μέσα στα πλαίσια ενός εννοιολογικού προσδιορισμού. Κατά δεύτερο λόγο, η ελπίδα δεν έχει καθοριστό αντικείμενο, αφού ο πόλος αναφοράς της τοποθετείται στο μέλλον και είναι κατά συνέπεια μια όχι ακόμα υπαρκτή πραγματικότητα. Έτσι η θεμελιακή γνωστική σχέση υποκείμενο-αντικείμενο δεν βρίσκει εδώ πεδίο εφαρμογής. Το αντικείμενο είναι κάτι το τετελεσμένο, δηλ. ένα στατικό μέγεθος, που έχει διανύσει την τροχιά του γίγνεσθαι κι αποκλείει γι’ αυτό στο εξής κάθε ουσιαστικό διαφορισμό του. Η εξαντικειμενίκευση σημαίνει κατά βάθος άρνηση της ιστορικής διάστασης, γιατί η εγκαθίδρυση του αντικειμένου στην αντικειμενικότητά του δεν μπορεί να γίνη παρά κάτω από συγχρονική σκοπιά. Το ελπιζόμενο δεν έχει το είναι του αντικειμένου, γιατί βρίσκεται ακόμα ως ολότητα στην περιοχή του γίγνεσθαι. Δεν είναι αναγώγιμο σε γνωστά μεγέθη, γιατί είναι ποιοτικά άλλο σε σχέση με την υπάρχουσα πραγματικότητα. Η ετερότητα του είναι άρνηση του παρόντος και συνάμα καινοποιούσα αρχή, που προάγει στην ύπαρξη ένα άλλο είναι. Η ελπίδα συγγενεύει σ’ αυτό με τη δημιουργική φαντασία της τέχνης, της οποίας η λειτουργία συνίσταται όχι στην αναπαραγωγή του πραγματικού με ανέκδοτες ανακατατάξεις, αλλά στη δημιουργία νέου είναι. Κατά τρίτο λόγο, η ελπίδα δεν είναι νηφάλια θεώρηση του γίγνεσθαι, αλλά «πάθος για το δυνατό» κατά τον ορισμό του Kierkegaard. Συνενώνει έτσι σε μια διαλεκτική αμοιβαιότητα νοηματική σύλληψη και βουλητική ενέργεια, συναίσθημα και ιδέα, πάθος και λόγο. Η ελπίδα είναι κατά συνέπεια ένα «μικτόν», δηλ. ούτε λόγος ούτε πάθος, αλλά οργανική σύζευξη των δύο. Γι’ αυτό και η πληρότητα του νοήματός της δεν βρίσκει αντίκρυσμα στην έννοια, αλλά στην παράσταση. Οι δυσχέρειες θεματοποίησης και συστηματικής ανίχνευσης της ελπίδας από την πλευρά της ίδιας της φιλοσοφίας δεν είναι ελάσσονος σημασίας. Πολύ νωρίς ο φιλοσοφικός στοχασμός εγκατέλειψε το χώρο του γίγνεσθαι, για να στραφή αποφασιστικά προς τη διερεύνηση του είναι : η φιλοσοφία έγινε «θεωρία-θεώρηση» του απηρτισμένου και του αμετάβλητου, του «αεί ωσαύτως κατά ταυτά έχοντος» και του άχρονου. Το ελεατικό είναι εξετόπισε το ηρακλείτειο γίγνεσθαι κι η φιλοσοφία έγινε ουσιαστικά οντολογία. Ο Heidegger παρατηρεί, πως η αρχαία σκέψη κατανόησε την ουσία ως παρ-ουσία (An – wesenheit). Ο Bloch υπογραμμίζει τον χαρακτήρα του παρωχημένου στην παραδοσιακή σύλληψη του είναι (Wesen als Ge – wesenheit) κι ο Hegel τονίζει, πως η φιλοσοφική διεργασία αρχίζει μονάχα, όταν αποπερατωθή ο κύκλος συγκρότησης μιας μορφής της πραγματικότητας. «Η γλαύκα της Αθηνάς δεν πετά παρά σαν πέση το σούρουπο» («Die Eule der Minerva beginnt est mit der einbrechenden Dämmerung ihren Flug»). Έτσι η φιλοσοφία, στραμμένη ουσιαστικά προς το τετελεσμένο και το παρωχημένο, δεν διαθέτει τα αναγκαία εννοιολογικά μέσα για τη σύλληψη της ελπίδας, που έχει ως πόλο αναφοράς το μέλλον. Το «γενόμενο» και το «γιγνόμενο» παρουσιάζουν διαφορετική οντολογική δομή κι απαιτούν κατά συνέπεια ανάλογη εννοιολογική προσέγγιση και διερεύνηση. Από τις διαπιστώσεις αυτές προκύπτει μια διττή επιστημολογική ανακατάταξη: από τη μια μεριά, την εγκατάλειψη της ανθρωπολογικής θεώρησης της ελπίδας, από την άλλη την αναθεώρηση του οντολογικού προσανατολισμού της φιλοσοφικής σκέψης. Η ελπίδα δεν είναι μονάχα απροσδιόριστη και μη ανακοινώσιμη ψυχική διάθεση, που βρίσκει την προσιδιάζουσα έκφρασή της στο χώρο της θρησκευτικής και της ποιητικής εμπειρίας. Είναι προ παντός, κατά τη διατύπωση του Bloch, «λειτουργία γνωστικής υφής» κι αρχή λογικής σύλληψης του πραγματικού· εμπεριέχει ένα ιδιότυπο «άνυσμα λόγου», στραμμένο προς το «πραγματικό του δυνατού». Ο αναπροσανατολισμός του φιλοσοφικού στοχασμού προς την καινότητα του γίγνεσθαι υπαγορεύεται απ’ τις βαθειές ανακατατάξεις και μετατοπίσεις, που συντελέστηκαν στη δομή του πραγματικού και, συμμετρικά, στη θεώρηση του κόσμου. Το μέλλον επιβάλλεται όλο και πιο πολύ ως κέντρο βάρους του πραγματικού. Η επιτάχυνση της ιστορίας κι η σταδιακή τιθάσευση του κόσμου διευρύνουν τα όρια του πραγματικού προς απροσδιόριστες δυνατότητες. Αν η φιλοσοφία είναι, κατά τον εγελιανό λόγο, «σύλληψη και μεταγραφή της εποχής σε σκέψη» (Philosophie ist ihre Zeit, in Gedanken erfaßt), τότε πρέπει να μεταρρυθμίς την παλιά αρχειακή της λειτουργία, για να μπη στο ρυθμό του γίγνεσθαι. Γιατί το πραγματικό της αντικείμενο αποτελεί στο εξής όχι το μόνιμο και σταθερό, αλλά το μεταβλητό και νέο. Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις είναι δυνατή η οικοδόμηση μιας φιλοσοφίας της ελπίδας ως οντολογίας του γίγνεσθαι, ικανής ν’ ανακαλύψη τον λογικό πυρήνα της ελπίδας κάτω από το ανθρωπολογικό της περίβλημα.

Επετηρίδα


1977


Λόγος
Ελπίς
Συστηματική Φιλοσοφία


Κείμενο/PDF

Γαλλική γλώσσα
Ελληνική γλώσσα




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.