Posidonius' «Hierarchy» between God, Fate and Nature and De Divinatione

 

Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
κοινοποιήστε το τεκμήριο






1974 (EL)
Posidonius' «Hierarchy» between God, Fate and Nature and De Divinatione

Δραγώνα - Μονάχου , Μυρτώ

Ο ορίζοντας μιας προσωπικής θεολογίας του Ποσειδωνίου ολοένα και στενεύει με θετικότερα και νηφαλιότερα κριτήρια της σύγχρονης έρευνας. Ο περιορισμός των περισσοτέρων ειδικών στη χρήση αυθεντικών αποσπασμάτων και μαρτυριών που τον αντιπροσωπεύουν ονομαστικά – και που η άρτια πρόσφατη έκδοσή τους από τους Edelstein – Kidd καθώρισε τα περιγράμματά τους με αυστηρότητα – ελάχιστα πια περιθώρια αφήνει για αυτοσχεδιασμούς και εξεζητημένες συσχετίσεις. Με την κατάρρευση του μύθου που (με βάση αόριστες επιδράσεις στον Κικέρωνα, Πλούταρχο Σέξτο Εμπειρικό, Κλεομήδη και άλλους) είχε πλάσει η φαντασία ερευνητών του περασμένου αιώνα – αλλά και των αρχών του δικού μας- η στωική ορθοδοξία του Ποσειδωνίου επιβεβαιώνεται συνεχώς (εκτός κάπως από την Ηθική και κάποιες άλλες λεπτομέρειες του συστήματος), και ο φιλόσοφος προσφέρεται πλέον στην έρευνα ως οικουμενική επιστημονική μορφή περισσότερο πάρα ως μυστικός οραματιστής και ηλιοκεντρικός θεολόγος με πρωτότυπες εσχατολογικές θεωρίες. Αν δεν αμφισβητείται ολότελα η φιλοσοφική πρωτοτυπία του, πρόκειται πάντως για μια πρωτοτυπία «πρωτότυπη», εμφαντική ίσως για την αναμφισβήτητη σημασία του στα ελληνικά χρόνια. Με τον παραμερισμό έτσι πολλών παραμέτρων του «αιρετικού» Στωικισμού του Ποσειδωνίου περιορίστηκε και ο αριθμός των σχετικών (θεολογικών)ν του προβλημάτων, αν και ο ίδιος ως πολυεδρική φιλοσοφική παρουσία είναι και θα παραμείνη ίσως για πάντα ένα άλυτο πρόβλημα. Ωστόσο μερικά θεολογικά προβλήματα που αναφύονται από ονομαστικές μαρτυρίες συζητούνται ακόμα με ενδιαφέρον και ελάχιστη ομοφωνία γι’ αυτά επικρατεί στην έρευνα. Ανάμεσά τους- ίσως το σπουδαιότερο – είναι η «ιεράρχηση» μεταξύ Θεού [η Διός], Ειμαρμένης και Φύσης (τόσο σχετικά με την μαντική όσο και ανεξάρτητα) που προσγράφουν ο Κικέρων και ο Αέτιος στον Ποσειδώνιο σε δύο χαρακτηριστικές παραλλαγές. Λέει ο Κικέρων : Για τούτο πιστέυω σωστό πως όλο το κύρος (η δύναμη) και η θεωρία (ο λόγος) της μαντικής πρέπει να συναχθούν κατά πρώτο λόγο από το θεό, για τον οποίο είπαμε αρκετά, έπειτα από την ειμαρμένη και εφεξής από τη φύση, όπως κάνει ο Ποσειδώνιος (De divination I 125=F 107). Και ο Αέτιος : Ποσειδώνιος τρίτην από Διός [sc. Την ειμαρμένην]· πρώτον γαρ είναι τον Δία, δεύτερον δε την φύσιν, τρίτον δε την ειμαρμένην (Placitta I 28.5=F 103). Η ταύτιση – αν όχι και συνωνυμία- θεού, ειμαρμένης και φύσης, καλύτερα η αναφορά και των τριών αυτών κοσμικών απόψεων στο πρωταρχικό «τεχνικόν πυρ» είναι συνακόλουθη με το στωικό πανθεϊστικό μονισμό και βεβαιώνεται από πολλά αποσπάσματα και αξιόπιστες μαρτυρίες. Θεός, φύση και ειμαρμένη είναι εναλλακτικές περιγραφές της στωικής θεότητας που άλλοτε εκλαμβάνονταν ως ψυχή του κόσμου και άλλοτε ταυτίζονταν με τον κόσμο. Και τις τρείς αυτές όψεις του θείου οι Στωικοί τις αντιλαμβάνονταν, ακόμα τις ώριζαν, παρόμοια. Η ύψιστη κοσμική αρχή, ως «ενεργητική» αρχή και «σπερματικός» λόγος, επονομαζόταν θεός, ως συνεκτική και ζωτική αρχή, φύση, και ως ειρμός αιτιών, «λόγος των συμβαινόντων» και πρώτη αιτία, ειμαρμένη. Έχομε δείξει αλλού ότι η ανορθόδοξη υποταγή της πρόνοιας στην ειμαρμένη που αποδίδει ο Χαλκίδιος στον Κλεάνθη δεν εκφράζει τον ποιητή του Ύμνου στο Δία και δεν μπορεί να θεωρηθή απολύτως αξιόπιστη. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγομε στην έρευνα αυτή και σχετικά με την μαρτυρία του Αετίου, που παρουσιάζει τις τρείς απόψεις της κοσμικής θεότητας ιεραρχημένες από τον Ποσ. κατά τρόπο απόλυτο, σαν να επρόκειτο δηλ. για τρεις διαφοροποιημένες και ανεξάρτητες μεταφυσικές οντότητες. Έτσι παρουσιασμένη την ιεράρχηση την αποδίδομε είτε στο κλίμα της εποχής, που ιεραρχούσε μεταφυσικά τον κόσμο και τα υπερκόσμια, και σε προσπάθεια ένταξης του Ποσειδωνίου στα πλαίσια του Μέσου Πλατωνισμού, είτε σε αφοριστικές και γενικευτικές τάσεις της δοξογραφίας. Αξιόπιστη θεωρούμε όμως την υπό όρους ιεράρχηση της μαρτυρίας του Κικέρωνος, την εξάρτηση δηλ. της ιεραρχίας αυτής από την μαντική, και προσπαθούμε να την ερμηνεύσωμε με βάση το πρώτο βιβλίο του «Περί μαντικής» του Κικέρωνος, που απηχεί στωικές απόψεις και έχει ως βασική πηγή [μαζί με τον Κράτιππο] τον Ποσειδώνιο. Στην προσπάθειά μας αυτή συζητούμε μόνο τις σχετικές με το πρόβλημα απόψεις των Edelstein, Rist, Verbeke, Greene, Bréhier, M. Laffranque και Α. Graeser. Οι τέσσερις πρώτοι αντιμετωπίζοντας της ιεραρχία και ανεξάρτητα από την μαντική, επιχειρούν ερμηνεία των μελών της τελείως ξένη προς το στωικό μονισμό και τα ορίζουν ως ανεξάρτητες οντότητες κατά τρόπο ανορθόδοξο και ελάχιστα σύμφωνο με τις σχετικές μαρτυρίες. Οι τελευταίο αντιμετωπίζουν την ιεράρχηση αυτή κυρίως σε σχέση με τη μαντική, κι αυτό μας βρίσκει σύμφωνους, σε συνάρτηση όμως με τα είδη της μαντικής (τεχνική – φυσική μαντική), ως πηγές και αιτίες τους, πράγμα που δεν μας πείθει. Βλέπομε όμως μαζί με την Laffranque στο «θεό» πρωταρχικά την πρόνοια, την προνοητική δηλ. για τους ανθρώπους θεϊκή άποψη. Αναφορικά λοιπόν με τη φιλολογία του προβλήματος είμαστε σύμφωνοι με τα εξής πορίσματα της έρευνας, που έχουμε υπ’ όψη μας : Οι όροι «θεός», «ειμαρμένη», «φύση» αν και έχουν δηλ. το ίδιο νόημα. Περιγράφουν διαφορετικές απόψεις ή λειτουργίες του πρωταρχικού «τεχνικού πυρός». Ως «θεός» νοείται κατά πρώτο και κύριο λόγο και από τον Κικέρωνα και τον Ποσειδώνιο η θεϊκή πρόνοια, όπως αντιδιαστέλλεται από την ειμαρμένη και τη φύση (αν και η στωική «αισθητική φύση» στην κοσμική της έννοια συνέπιπτε με την πρόνοια). Συμφωνούμε ακόμη ότι η ιεράρχηση συνδέεται με την μαντική. Όμως, δεν αντιμετωπίζομε τις θεϊκές αυτές απόψεις ως χωριστές και ανεξάρτητες οντολογικά υποστάσεις. Έτσι δεν αισθανόμαστε την υποχρέωση να ερμηνεύσωμε τους όρους «θεός», «φύση» και «ειμαρμένη» στην περίπτωση του Ποσειδωνίου διαφορετικά από τις ορθόδοξες στωικές απόψεις. Στη σχέση της ιεραρχίας αυτής με την μαντική είμαστε ακόμα ριζικότεροι. Δεν πιστεύομε, δηλαδή, ότι έχει νόημα ανεξάρτητα από την μαντική. Έτσι απορρίπτομε την παραλλαγή του Αετίου. Ακόμη δεν συνδέομε τα μέλη της ιεραρχίας με τα είδη της μαντικής [τεχνική, φυσική] ως αιτίες και πηγές τους, για λόγους που αντλούμε από το κείμενο, όπου βρίσκεται η αναφορά. Την προσωπική ερμηνεία μας στηρίζομε σε μια συνολική θεώρηση του σκοπού και της δομής του πρώτου κυρίως βιβλίου του De divinatione του Κικέρωνος – που ο Ποσειδώνιος αποτελεί μια από τις κύριες πηγές του – σε συνάρτηση με το De natura deorum και το De fato, που αποτελεούν κατά κάποιο την τρόπο τριλογία της στωικής θεολογίας και, από την πλευρά του Κικέρωνος, συνδέονται φυσικά, ως συνέχειες. Σκοπός του δευτέρου βιβλίου του De natura deorum ήταν η έκθεση της στωικής θεολογίας, η φιλοσοφική δηλαδή απόδειξη της ύπαρξης, φύσης και πρόνοιας των θεών, μ’ ένα λόγο η ύπαρξη προνοητικών θεών. Βασικά επιχειρήματα και δόγματα για τούτο ήταν η ύπαρξη της μαντικής και η στωική θεωρία της φύσης. Στο αντίστοιχο, εποικοδομητικό, μέρος του De fato, που γίνεται η έκθεση των στωικών θέσεων, σκοπός ήταν να αποδειχθή φιλοσοφικά η «ύπαρξη της ειμαρμένης», να δειχθή δηλαδή ότι «όλα συμβαίνουν καθ’ ειμαρμένην» και ότι η ειμαρμένη δεν είναι απλή δεισιδαιμονία. Βασικά επίσης επιχειρήματα ήταν και εκεί η ύπαρξη και η πρόνοια των θεών, και η δυνατότητα, αποτελεσματικότητα, αλήθεια και πραγματικότητα της μαντικής, αδιάσειστο τεκμήριο της θεϊκής πρόνοιας και της κοσμικής αιτιοκρατίας. Σκοπός του πρώτου βιβλίου του De divinatione – όπου καταφάσκεται η μαντική – είναι να αποδειχθή με φιλοσοφικές κυρίως αποδείξεις ότι η μαντική «υπάρχει», είναι δηλαδή πραγματική και αποτελεσματική επιστήμη και όχι πρόληψη και δεισιδαιμονία. Το μοτίβο όλου του βιβλίου είναι : «Άρα υπάρχει η μαντική» [est igitur divination] ενώ δεν δίνεται καμμία έμφαση στην υπεράσπιση των ειδών της μαντικής (που ήταν καθιερωμένα από την παράδοση), οι δύο κύριες κατηγορίες της οποίας [φυσική (μανία, όνειρα, θεϊκή, έμπνευση) και τεχνική (αστρολογία, οιωνοσκοπία, σπλαχνοσκοπία, μετεωρολογία κ.λ.π.)] δεν προξενούσαν αμφισβητήσεις, εφ’ όσον είχε γίνει αποδεκτή η «οντολογική υπόσταση της μαντικής», η πραγματικότητα και το κύρος της ως επιστήμης. Τονίζεται ακόμα η δυσκολία του προσδιορισμού της ειδικής αιτίας κάθε είδους. Σκοπός του πρώτου βιβλίου λοιπόν είναι η φιλοσοφική υπεράσπιση της στωικής θεωρίας της μαντικής, η θεωρητικής της δικαίωση. Και τούτο, πιστεύομε, γίνεται με τις τρεις μεγάλες σχετικές υποθέσεις, με τις τρεις κεντρικές στωικές θεωρίες που αποτέλεσαν το αντικείμενο των άλλων βιβλίων του Κικέρωνος : Την ύπαρξη προνοητικών θεών, το στωικό δόγμα της φύσης και το φιλοσοφικό κύρος της ειμαρμένης. Ότι προηγείται από την αναφορά του Κικέρωνος στον Ποσειδώνιο (Div. I 125) περιέχει προ πάντων «διαλεκτικά», ανθρωπολογικά και φιλοσοφικά επιχειρήματα για την «ύπαρξη» της μαντικής, αντλημένα κυρίως από την στωική θεολογία. Από την πεποίθηση δηλαδή στην ύπαρξη των θεών, στη φύση και την προνοητική τους διάθεση και ενέργεια για τον κόσμο και ειδικώτερα για τον άνθρωπο. Η μαντική είναι αδιάσειστο τεκμήριο της θείας πρόνοιας και η πρόνοια θεμελιώδης προϋπόθεση της μαντικής. Ακολουθεί η θεωρητική δικαίωση της μαντικής από το στωικό δόγμα της ειμαρμένης (Div. I 125-128). Εφ’ όσον η ειμαρμένη ορίζεται ως «αιώνια αλήθεια των πραγμάτων», «ειρμός αιτιών», «λόγος των εν τω κόσμω προνοία διοικουμένων» και τίποτε το εξωτερικό δεν ματαιώνει την πραγμάτωση θεϊκού σχεδίου – ούτε συμβαίνει τίποτε τυχαίως -, τα «σημεία» είναι αποκαλυπτικά των μελλουμένων. Όποιος μπορεί να τα διαβάση, κατέχει στα χέρια του το μέλλον που γράφτηκε μια φορά και για πάντα. Ο «Νόμος» της ειμαρμένης λειτουργεί τόσο στην «επιστημονική» όσο και στη «φυσική» μαντική και τούτο αποτελεί πεποίθηση του Ποσειδωνίου (F 100). Η θεωρία της ειμαρμένης δικαιώνει «λογικά» τη μαντική, όπως με της σειρά της η μαντική στηρίζει εμπειρικά την ειμαρμένη. Η πραγματικότητα και αποτελεσματικότητα της μαντικής είναι τέλος συνέπεια της στωικής θεωρίας της φύσης (Div. 129 επ.), ως συνεκτικής και ένθεης ζωτικής αρχής, ως «ψυχής του κόσμου», σε αδιάσπαστη συνάφεια με τις επί μέρους ψυχές ζωντανών και νεκρών (απορροές της κοσμικής ψυχής). Το σύμφυτο με την αντίληψη αυτή στωικό [και κυρίως ποσειδωνιακό] δόγμα της «συμπάθειας» - συνάφειας, ομοιοπάθειας και αλληλοπάθειας των πιο απομακρυσμένων, χρονικά και τοπικά, γεγονότων και πραγμάτων, εξηγητικής αρχής των πιο προβληματικών φυσικών φαινομένων – στηρίζει με μοναδική «επιστημονικότητα» τη θεωρία της μαντικής. Όπως ως «natura sentiens» η φύση αποκαλύπτει τη θεϊκή πρόνοια, έτσι ως ζωτικό πνεύμα που διατρέχει, ζωοποιεί και θεοποιεί το σύμπαν, δικαιώνει θεωρητικά και τη μαντική και από την άποψη αυτή αποτελεί προϋπόθεσή της. Η φύση είναι ακόμα ο χώρος όπου γράφονται και διαβάζονται τα αποκαλυπτικά θεϊκά σημεία, ο νόμος που όσα συμβαίνουν πρέπει να συμβαίνουν και από την πλευρά αυτή εξυπηρετεί επίσης τη δυνατότητα της μαντικής. Όταν λοιπόν ο Κικέρων – ρητά ακολουθώντας τον Ποσειδώνιο – ισχυρίζεται ότι η δύναμη και ο λόγος της μαντικής (το επιστημονικό της κύρος και η θεωρητική της δικαίωση, όπως καταλαβαίνομε τους όρους : vis και ratio) πρέπει να αναζητηθούν (ή να συναχθούν) κατά πρώτο λόγο από το θεό, έπειτα από την ειμαρμένη και τέλος από τη φύση, εννοεί, κατά τη γνώμη μας, ότι η «πραγματικότητα» της μαντικής αποδεικνύεται κατά πρώτο λόγο από την ύπαρξη προνοητικών θεών [τη στωική θεολογία], κατά δεύτερο από το νόμο της ειμαρμένης [τη στωική αιτιοκρατία], και τρίτον από τη στωική θεωρία της θεϊκότητας, ζωτικότητας και συνοχής της φύσης, στη δυναμική άποψη του όρου [την περιοχή της στωικής συμπάθειας]. Κατά ένα τρόπο οι τρείς αυτές προϋποθέσεις αποτελούν – όπως συνήθως λέγεται – «πηγές» και «αιτίες» της μαντικής, όχι όμως των ειδών της – όπως υποστηρίζεται – αλλά της μαντικής καθ’ αυτήν, της οντολογικής της δηλαδή υπόστασης, της ουσίας της και του επιστημονικού της κύρους. Αποτελούν, καλύτερα, εξηγητικές αρχές και θεωρητικές προϋποθέσεις, αιτήματα, θα λέγαμε, για την επιστημονική (φιλοσοφική) απόδειξη της αλήθειάς της, τέλος λόγους της ύπαρξής της.

Επετηρίδα

Ιστορία της Φιλοσοφίας
Ποσειδώνιος
Στωική Φιλοσοφία
Κικέρωνας


1974

Κείμενο/PDF

Ελληνική γλώσσα
Αγγλική γλώσσα



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.