Intersubjectivité espérante. Le thème du «toi» dans la philosophie de Gabriel Marcel

 

This item is provided by the institution :
Academy of Athens

Repository :
Research Centre for Greek Philosophy

see the original item page
in the repository's web site and access all digital files of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-SA 4.0

Attribution-NonCommercial-ShareAlike
share





From Military junta (EN)
Regime change (EN)

1974 (EN)
Intersubjectivité espérante. Le thème du «toi» dans la philosophie de Gabriel Marcel

Bougas, Tassos

Η θεμελιακή έμπνευση της φιλοσοφίας του Gabriel Marcel συνίσταται στη σύλληψη της υπαρξιακής πυκνότητας της ανθρώπινης εμπειρίας και, σ’ ένα δεύτερο βαθμό, του συγκεκριμένου περιεχομένου της πραγματικότητας κάτω από το πρίσμα βιωματικών κατηγοριών. Ο τελικός σκοπός είναι η οικοδόμηση μιας συγκεκριμένης οντολογίας, που περνάει αναγκαστικά από μια ριζική κριτική του ιδεαλισμού. Για το εγχείρημα αυτό προσφέρονται ιδιαίτερα οι κατηγορίες της προσωπικής ενσάρκωσης και του άλλου. Ο άλλος δεν είναι εδώ η εξαντικειμενικευμένη συνείδηση, η ετερότητα του άλλου ως αφηρημένη ιδέα ή μια κάποια οντότητα ανάμεσα στις άλλες, αλλά το συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρούμενο στη μοναδικότητά του. Η παρουσία μου στον κόσμο καθορίζεται σε βασικό βαθμό από την συντεταγμένη άλλος : δεν είμαι μονάχα κοσμικό ένειναι αλλά συνάμα και προ πάντος διαπροσωπικό συνείναι. Γι’ αυτό και η σκοπία των διαπροσωπικών σχέσεων προσφέρει μια προνομιακή προσέγγιση του οντολογικού προβλήματος, που βρίσκεται στο κέντρο του στοχασμού του Marcel. Έτσι εξηγείται η προγραμματική αρχή, πως η αναγνώριση της ατομικότητας του άλλου αποτελεί την πραγματική εισαγωγή στην οντολογία, ή η απόφαση, πως «η Μεταφυσική είναι ο πλησίον». Η διερεύνηση του θέματος του δεύτερου προσώπου ακολουθεί, κατά την μαρσελική έκφραση, μια ανοδική διαλεκτική, που ξεκινά από τον άλλο ως αντικειμενικό δεδομένο της κοινωνικής συμβίωσης για ν’ απολήξη σταδιακά στο χώρο της θρησκευτικής εμπειρίας. Στο εγχείρημα αυτό οι εξαντικειμενικεύσεις του άλλου δεν είναι παρά η αρνητική φάση κι η αντιστροφή της πληρότητάς του : α) ο άλλος ως σταθερή αντιθετική αναφορά του εγώ, β)ο άλλος ως τρίτο πρόσωπο και γνωστικό αντικείμενο, και γ) ο άλλος ως υποκείμενο της απρόσωπης και ανώνυμης σκέψης. Για τις εξαντικειμενικεύσεις του άλλου η νομοθετική αρχή και το κανονιστικό μέγεθος είναι το εγώ. Ο άλλος μεταμορφώνεται σε συ στην συνάντηση, όπου αποκαλύπτεται ως μοναδικό και αναντικατάστατο πρόσωπο, πέρα από ιδιότητες, κατηγορίες και χαρακτηρισμούς. Το συ δεν προφέρεται σ’ όλη του την πληρότητα παρά ως επίκληση στη βιωματική περιοχή της αγάπης. «Το συ είναι στην επίκληση ότι είναι το αντικείμενο στην κρίση». Αγάπη και γνώση είναι αντιφατικοί όροι, δεν υπάρχει επιστημολογία της αγάπης, γιατί η αγάπη είναι στην ουσία της μια μη αντικειμενικεύσιμη παρουσία, δηλ. μια ιλιγγιώδης εγγύτητα, που δεν γνωρίζεται, αλλά αναγνωρίζεται. Η αγάπη θεμελειώνει μια ζώσα ενότητα, μια γόνιμη σύμμιξη, ένα εμείς, που είναι κατά βάση μυστική εμπειρία. Σε μια πιο θεωρητική ορολογία μπορεί να ονομαστή δυαδική σχέση ή διυποκειμενικότητα. Στη σχέση αυτή το εγώ από-κεντρώνεται κι από-συμπτύσσεται, ώσπου ν’ αυτοσυλληφθή ως εγώ-δώρο-του-εσύ, εμπειρία που εκφράζεται με την έννοια της διαθεσιμότητας. Η μαρσελική αγάπη είναι ουσιαστικά μια επιφάνεια του είναι και η όλη διεργασία για την εννοιολογική της σύλληψη μπορεί να χαρακτηριστή ως μια οντολογία της επίκλησης. Η αγάπη ως αποδοχή των δυνατοτήτων του συ εμπεριέχει την ελπίδα ως βεβαίωση της ελευθερίας του Διαφορετικά θα ήταν καθήλωση στη στατικότητα του παρόντος και άρνηση ιστορικών της διαστάσεων. Μολονότι η αγάπη ως εμπειρία υπόκειται στη χρονικότητα, προϋποθέτει όμως μια οντολογική σταθερή, που δεν είναι άλλη από την αδιάλειπτη παρουσία του συ, παρουσία που ενσαρκώνεται ως ιστορικότητα. Η ελπίδα της αγάπης φανερώνεται έτσι ως δημιουργική πιστότητα στην οντολογική αυτή σταθερή, μ’ άλλες λέξεις ενεργητική διαιώνιση της παρουσίας, υπόσχεση και μαρτυρία απέναντί της. Η αγάπη διατηρεί σε μια γόνιμη αμοιβαιότητα τις δύο παρουσίες, του εγώ και του συ. Η κατ’εξοχήν αναίρεση της αγάπης φαίνεται να είναι ο θάνατος, θεωρούμενος όχι ως αντικειμενικό γεγονός ούτε ως υποκειμενική εμπειρία, αλλ’ ως διυποκειμενικό βίωμ: ο θάνατος σου. «Ν’ αγαπάς κάποιον είναι σαν να του λες: Εσύ δεν θα πεθάνης ποτέ». Η ανάμνηση, που διατηρείται και πέρα από την αντικειμενική απουσία του συ, είναι κάτι περισσότερο από τα ψυχολογικά κατάλοιπα του χαμένου προσώπου: αναφορά σε μια αδιάλειπτη παρουσία και συνάμα, στα πλαίσια της θρησκευτικής εμπειρίας, υπόσχεση μιας μελλούμενης οντολογικής ολοκλήρωσης, που δεν είναι άλλο από την προφητική βεβαίωση της ελπίδας. Έτσι ο θάνατος, «δοκιμασία της παρουσίας», δεν είναι παρά αυτό που σημαίνει, και η σηματοδότηση αυτή είναι έργο της ελευθερίας του ανθρώπου. Για τον Gabriel Marcel ο θάνατος είναι «η νυχτερινή φάση της ζωής» (Rilke), «το συκοφαντημένο ρηχό ρυάκι» (Mallarmé). Αυτή η «θεωρία της αθανασίας» με αφετηρία τη διυποκειμενικότητα, που φαίνεται ως μετατόπιση σ’ ένα άλλο επίπεδο της παλιάς οντολογικής απόδειξης για την ύπαρξη του Θεού, αναγνωρίζει κι ο ίδιος ο Marcel, πως δεν έχει καμμιά αποδεικτική για τον καθολικό λόγο αλλά μονάχα ενδεικτική για την υποκειμενική τοποθέτηση εγκυρότητα. Είναι, σε τελευταία ανάλυση, πέρα από κάθε λογική αυστηρότητα και αντικειμενική βαρύτητα, στοίχημα της προσωπικής ελευθερίας, ο καλός κίνδυνος του πλατωνικού Φαίδωνος.

Επετηρίδα

Ιστορία της Φιλοσοφίας
Διυποκειμενικότητα
Γνώση
Φαίδων
Οντολογία
Gabriel Marcel
Αγάπη


1974

Text

French
Greek



*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)