Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Άρθρο (EL)



1977 (EL)
The Idea of Hellenism

Αθανασιάδη - Fowden, Πολύμνια

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται η έννοια του Ελληνισμού κατά το ιστορικό της γίγνεσθαι. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Θουκυδίδη, πρωτοεμφανίζεται ο Ελληνισμός ως χειροπιαστή πραγματικότητα την εποχή των Τρωικών. Πράγματι από τα ομηρικά έπη αναδύεται η εικόνα ενός ολοκληρωμένου και καθ’ όλα ξεχωριστού πολιτισμού: το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και η κοινότητα ηθών και εθίμων αποτελούν τα κριτήρια συμμετοχής στον κόσμον αυτό. Σε τούτο το πρώτο στάδιο της ύπαρξής του η κινητήρια δύναμη του Ελληνισμού είναι ο πατριωτισμός που εκδηλώνεται με δυό τρόπους: ως αρετή και ως νόστος. Η αρετή ωθεί τον Έλληνα στον πόλεμο για την διατήρηση της εθνικής του ανεξαρτησίας, ενώ ο νόστος, που εκφράζει το δέσιμο του ανθρώπου με τη γη όπου πρωτόδε το φως, του γεννά τον πόθο της επιστροφής στο πατρικό έδαφος έστω και για ταφή. Αυτά τα δύο βασικά θέματα, που είναι παρόντα στον Ελληνισμό ως τους Αλεξανδρινούς χρόνους, εμπλουτίζονται, καθώς περνούν οι αιώνες, με νέα στοιχεία. Μια πρώτη στροφή παρατηρείται με τον Πίνδαρο, που συνεισφέρει στον κύκλο των ελληνικών χαρακτηριστικών την λατρεία της δύναμης είτε με την μορφή της πολιτικής ισχύος είτε μ’ αυτήν της πνευματικής υπεροχής. Το διπλό αυτό θέμα (που ήδη στην απαρχή του βρίσκεται στενά υφασμένο με την έννοια του πατριωτισμού) συμβολίζεται στον ιδεατό χώρο από την μορφή του Προμηθέα και στον ιστορικό χώρο από την πόλη των Αθηνών. Παιδεία και βία – όπως ενσαρκώνονται από το ανατέλλον άστρο των Αθηνών – είναι οι δύο αντίρροπες δυνάμεις που συγκροτούν τον Ελληνισμό στην κλασσική του ώρα. Από τα τέλη του Ε’ αιώνα, η τάση της βίας εκδηλώνεται μέσα στον ελλαδικό χώρο με την μορφή ακατάσχετων εμφύλιων πολέμων. Σαν αντίβαρο στην κατάσταση αυτή του αλληλοσπαραγμού γεννιέται η πανελλήνια ιδέα. Οι υποστηρικτές της βλέπουν στην τυπική συνένωση των πόλεων σε ενιαίο κράτος υπό την αρχηγία του Μακεδόνα την μόνη δυνατότητα επιβίωσης του Ελληνισμού, ενώ η αντιμαχόμενη μερίδα καταγγέλλει την ύβριν του Φιλίππου και προειδοποιεί για όσα δεινά πρόκειται να επακολουθήσουν. Για να πιστέψη πως ο Ελληνισμός είναι ακόμα ζωντανός, ο ύστατος φορέας του κλασσικού πνεύματος Δημοσθένης, δεν έχει ανάγκη να δη το έθνος να παίρνη την συγκεκριμένη μορφή κράτους. Αντιλαμβάνεται τον Ελληνισμό ως κάποια λανθάνουσα συνεκτική δύναμη που από τα Τρωικά και δώθε εξασφάλισε στο έθνος την συνείδηση της ενότητας. Για τον Δημοσθένη, το ίδιο έθνος που περιγράφει ο Όμηρος στον Νεών κατάλογον, ενωμένο για μια τελευταία φορά αντιμετωπίζει την μακεδονική φάλαγγα στην Χαιρώνεια, όπου και καταλύεται ο Ελληνισμός ως εθνική οντότητα, κρατώντας μόνο την πολιτιστική υπόστασή του. Η Χαιρώνεια συμβολίζει την στιγμή του απόλυτου «εκπολιτισμού» του Ελληνισμού. Από κει και πέρα, όπως ακριβώς είχε ονειρευθή ο Ισοκράτης, κατ’ εξοχήν Έλληνας δεν είναι εκείνος που χύνει αίμα για την ελληνική υπόθεση αλλά μελάνι. Με την ανατολή των ελληνιστικών χρόνων και την απ’ ευθείας διέλευση του ελληνισμού από την πόλη στην οικουμένη, το ζωτικό θέμα του νόστου χάνει το συγκεκριμένο αντικείμενο, που τώρα τοποθετείται σε εσωτερικό επίπεδο, ενώ οι έννοιες του πατριωτισμού και της ελευθερίας μετατίθενται στην πνευματική σφαίρα. Την ίδια στιγμή γεννιέται το σύμβολο Αθήνα: η ηττημένη της Χαιρώνειας περνάει στην αιωνιότητα με την μορφή που της σμίλεψε ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιό του και γίνεται η ψυχή του ξεριζωμένου Ελληνισμού. Δύο ελληνισμοί – παράλληλοι και αντίθετοι – γεννιώνται. Οι δύο όψεις που παρουσιάζει ο ανανεωμένος αυτός απολιτικός Ελληνισμός τοποθετούνται στην φιλοσοφική σφαίρα: ως πρακτική ηθική φιλοσοφία, με το ένδυμα του Στωικισμού, του Κυνισμού και του Επικουρισμού, ο Ελληνισμός δίνει στην οικουμένη ένα κώδικα συμπεριφοράς που ισχύει σε κάθε γωνιά της ρωμαϊκής κοινοπολιτείας, ενώ ως θρησκευτικό ρεύμα – κράμα πυθαγορισμού και πλατωνισμού – ορθώνεται, παράλληλα με τις ολοένα εξελληνιζόμενες ανατολικές μυστηριακές θρησκείες ως ο μεγάλος αντίπαλος του Χριστιανισμού. Με τη σταδιακή όμως διάδοση του Χριστιανισμού, από τον Γ’ αιώνα παύει ο Ελληνισμός όχι μόνο να μονοπωλή το ομόγλωσσον ως διακριτικό στοιχείο, αλλά και να αποτελή μια ξεχωριστή πνευματική κληρονομία στα χέρια των πιστών της πλατωνικής θρησκείας. Την εξέλιξη αυτή, για την οποία κύριοι υπεύθυνοι είναι οι Χριστιανοί Απολογητές, γύρεψε να ανακόψη ο Αυτοκράτωρ Ιουλιανός που, με την έκδοση του Διατάγματος περί Παιδείας, πρόβαλε την αξίωση ότι διαχωριστική γραμμή δεν μπορεί να περάση ανάμεσα στην μεταφυσική και τη αισθητική στον Ελληνισμό και, κατά λογική συνέπεια, απαγόρευσε στους Χριστιανούς την ενασχόληση με τα κλασσικά γράμματα, που την είδε σαν βεβήλωση. Με την επίσημη διακήρυξη της ενότητας του Ελληνισμού ως πολιτιστικού και θρησκευτικού φαινομένου, ο Ιουλιανός άγγιξε την πληγή των πεπαιδευμένων χριστιανών, όπως μαρτυρούν οι ποικιλόμορφες αντιδράσεις, που ο νόμος του προκάλεσε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Παρ’ όλους τους συμβιβασμούς, όμως, που οι εκκλησιαστικοί πατέρες του Δ’ και του Έ αιώνα – όπως ο Βασίλειος, ο Σωκράτης ή ο Θεοδώρητος – πρότειναν, και χάρη στους οποίους το γράμμα του Ελληνισμού επιβίωσε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία θεραπεύοντας τον πνεύμα του Χριστιανισμού, το πρόβλημα του ασυμβίβαστου των δύο κοσμοθεωριών παραμένει μέχρι σήμερα.

Ελληνισμός
Ιστορία της Φιλοσοφίας


1977

Κείμενο/PDF

Ελληνική γλώσσα
Αγγλική γλώσσα



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.