Die Willenfreiheit bei Klemens von Alexandrien

 

This item is provided by the institution :
Academy of Athens

Repository :
Research Centre for Greek Philosophy

see the original item page
in the repository's web site and access all digital files of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-SA 4.0

Attribution-NonCommercial-ShareAlike
share






1977 (EN)
Die Willenfreiheit bei Klemens von Alexandrien

Νικολάου, Θεόδωρος

Οι μελέτες που έχουν γραφή γύρω από το έργο του Κλήμεντος, του πρώτου αξιολόγου χριστιανού λογίου και φιλοσόφου, κινούνται σχεδόν πάντοτε ανάμεσα σε δυό ακρότητες: είτε διαβλέπουν στον Κλήμεντα κυρίως τον οπαδό μιας φιλοσοφικής σχολής είτε μόνο τον χριστιανό. Για τον Κλήμεντα δεν υπάρχει όμως ευκρινής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ελληνική φιλοσοφία και την χριστιανική αλήθεια· και τα δύο είναι έργο του ενός Θεού. Όπως στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα η ελληνική φιλοσοφία συμφιλιώνεται με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης έτσι και στον Κλήμεντα πραγματοποιείται η από άποψη ιστορίας του πνεύματος αβίαστη και αμοιβαία ωφέλιμη συνάντηση των δυό μεγεθών, του ελληνικού πνεύματος και της χριστιανικής αλήθειας. Πρόκειται για μια τάση του πνεύματος και της χριστιανικής αλήθειας. Πρόκειται για μια τάση του πνεύματος, που διήκει σε πολλά τμήματα της πατερικής και γενικά της αρχαίας εκκλησιαστικής γραμματολογίας· χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της στάσης αυτής, όπως μας την παρέδωσε ο συνοψιστής της πατερικής παράδοσης Ιωάννης Δαμασκηνός: «Πρώτα λοιπόν απ’ όλα, αφού εστερέωσα στη σκέψη σαν μια καρίνα ή θεμέλιο την διαφύλαξη της εκκλησιαστικής νομοθεσίας, με την οποία κερδίζεται η σωτηρία, άνοιξα την βαλβίδα του λόγου και τον παρακίνηση από την αφετηρία σαν καλοχαλινωμένο άλογο» (Λόγος απολογ. προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, Ι,2, 1-6). Και στο πρόβλημα του αυτεξουσίου ο Κλήμης συνθέτει αρμονικά ιδέες της ελληνικής φιλοσοφίας και δεδομένα της θείας αποκάλυψης. Στο πόρισμα αυτό καταλήγει η παρούσα μελέτη, που ερευνά, σ’ ένα πρώτο κεφάλαιο, το ζήτημα του αυτεξουσίου με αναφορά σε συντομία στην ελληνική φιλοσοφία, όπου για πρώτη φορά συζητήθηκε το θέμα της ελεύθερης απόφασης στη σχέση της με την φυσική αναγκαιότητα. Ενώ στις αρχές της ελληνικής σκέψης η ανθρώπινη ελευθερία υπόκειται στην κυρίαρχη δύναμη της «ανάγκης» και της «τύχης», επικρατεί από τον Ησίοδο και εξής γενικά η πεποίθηση, ότι η ανθρώπινη πράξη είναι ανεξάρτητη κι ελεύθερη από την φυσική ετεραρχία· γι’ αυτό κι ο άνθρωπος φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Πυθαγόρειοι, πλατωνικοί και περιπατητικοί φιλόσοφοι, ακόμη κι οι ατομικοί, τονίζουν την ελευθερία της ψυχής απέναντι στο μηχανικό γίγνεσθαι του φυσικού πεδίου. Το ηθικό ιδεώδες της «ευθυμίας» στον Δημόκριτο, η ταύτιση της αρετής με την γνώση στον Σωκράτη, η ηθική του Πλάτωνος, που αναπτύσσεται κυρίως πάνω στη σωκρατική αυτή βάση, και ιδιαίτερα οι βαθυστόχαστες παρατηρήσεις του Αριστοτέλους σχετικά με την «προαίρεση» ως εκλογή εκείνο, που κρίθηκε σωστό από τον λόγο, δείχνουν καθαρά την κατεύθυνση αυτή. Ακόμη κι ο γνωστός πλατωνικός μύθος της Πολιτείας (617 d επ.) αποβλέπει σε τελευταία ανάλυση στη διάσωση της ελευθερίας της ανθρώπινης ψυχής και της ευθύνης της για τις πράξεις της – έστω κι αν μεταθέτη την απόλυτη ελευθερία εκλογής σε προϋπαρκτικό στάδιο και την κάνη έτσι αντικείμενο της πίστης και όχι του λόγου. Η «συγκατάθεση» αντίθετα των στωικών στις επιταγές της «ειμαρμένης» είναι λύση, που μόνο επιφατικά διαφυλάσσει την ανθρώπινη ελευθερία. Παρά την αδυναμία αυτή, που οφείλεται στις γενικές αρχές του συστήματος, διατύπωσαν οι στωικοί ως κατ’ εξοχήν ηθικοί φιλόσοφοι αξιοπρόσεκτες σκέψεις για την ανθρώπινη ελευθερία, ιδιαίτερα για το «παρ’ ημάς» δυνατό και την «απάθεια», την θεραπεία των αλόγων και «παρά φύσιν» κινήσεων της ψυχής. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης αναλύεται αρχικά ο όρος «αυτεξούσιο», που ανταποκρίνεται περισσότερο απ΄όλη την υπόλοιπη γνωστή ορολογία της αρχαιότητας σ’ αυτό, που στη σύγχρονη εποχή αποκαλούμε ελευθερία της βούλησης. Τον στωικό αυτόν όρο εχρησιμοποίησε ο Κλήμης κι αργότερα πολλοί Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς για να δηλώσουν, πως ο ανθρώπινος νους, και γενικώτερα ο άνθρωπος, προικίσθηκε με την φυσική ικανότητα να κινήται και να ενεργή ελεύθερα. Ο Κλήμης, όπως κι αργότερα πολλοί Πατέρες, συνδέει το αυτεξούσιο με τον νου, το «ηγεμονικό πνεύμα» (ταύτιση, που παρέλαβε από τον Φίλωνα), ανακλύπτοντας το ηγεμονικό όχι μόνο τις απόψεις για τον Λόγο της ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και την διδασκαλία της Γραφής για το «κατ’ εικόνα» Θεού του ανθρώπου. Η θέληση, που στον Κλήμεντα ταυτίζεται με την βούληση, είναι μια φυσική δύναμη του νου, και μάλιστα η πρώτη, στην υπηρεσία της οποίας βρίσκονται όλες οι άλλες. Η θέληση είναι γι’ αυτό βασικός ρυθμιστής της ζωής του ανθρώπου· δεν είναι μόνο ελεύθερη να εκλέξη ανάμεσα σε περισσότερες δυνατότητες, αλλ’ είναι και προϋπόθεση ουσιαστική για την εκτέλεση αυτού, που κανείς προτίμησε (θέλε … και δυνήση). Αντίθετα απ’ ότι στον Αριστοτέλη, η προαίρεση στον Κλήμεντα και στην πατερική γενικώτερα σκέψη είναι προτίμηση όχι μόνο αυτού, που θεωρήθηκε καλό, αλλά και του κακού, της αμαρτίας. Την παραδομένη ανθρωπολογική διαρχία (π.χ. της ελληνικής φιλοσοφίας: «λόγος» - «άλογον» ή του αποστόλου Παύλου: «πνεύμα» - «σάρξ») ακολουθεί και ο Κλήμης· στο «ηγεμονικό» βλέπει να αντιτάσσεται το «υποκείμενο πνεύμα», που το χαρακτηρίζουν «άγνοια» και «ασθένεια», και αποβαίνει έτσι η αιτία της λαθεμένης εκλογής. Γι’ αυτό ισχύει η ηθική επιταγή του μετριασμού πρώτα των παθών («μετριοπάθεια») και της κυριαρχίας ύστερα πάνω σ’αυτά («απάθεια»)· κι οι δυό αυτές βαθμίδες ηθικής προκοπής βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους στην αληθινή γνώση του Χριστού, στο ιδεώδες του γνωστικοί, που έχει να παρουσιάση πολλά κοινά σημεία προς τον στωικό σοφό. Η μελέτη κλείνει με την εξέταση της ελευθερίας της βούλησης στη σχέση της με την θεία παντοδυναμία και χάρη. Τα αγαθά, που δωρίζει ο Θεός στον άνθρωπο, είναι έκφραση της αγαθότητάς του. Η παντοδυναμία του Θεού είναι άσχετη με την παραδοχή ή όχι των αγαθών αυτών από μέρους του ανθρώπου, γιατί η ανάμιξη της στην περίπτωση αυτή θα σήμαινε εξαναγκασμό για τον άνθρωπο. «Αιτία ελομένου» τονίζει μαζί με τον Πλάτωνα ο Κλήμης. Η εκλογή μάλιστα γι ‘αυτόν δεν είναι υπόθεση της προϋπάρχουσας ψυχής, όπως στον Πλάτωνα, αλλά της καθημερινής ζωής. Ακόμη κι αυτή η πίστη και η οικείωση της σωτηρίας εξαρτώνται από την ελευθερία του ανθρώπου. Την δυνατότητα μάλιστα δίκαιης ζωής είχαν κι αυτοί, που έζησαν προ Χριστού· και οι μεν Εβραίοι με την βοήθεια του νόμου, οι δε άλλοι και ιδιαίτερα οι Έλληνες με βάση τον λόγο. Η αισιόδοξη αυτή ανθρωπολογική θεώρηση τόσο για την προχριστιανική όσο και την χριστιανική περίοδο, που είναι κοινή και σε άλλους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, ιδιαίτερα της Ανατολής, αναπτύχθηκε εκτεταμένα κι ικανοποιητικά για πρώτη φορά – έξω από απολογητικές σκοπιμότητες – από τον Κλήμεντα. Είναι μάλιστα η θεώρηση αυτή και πολύ αξιοπρόσεκτο στοιχείο της ορθόδοξης γενικώτερα ανθρωπολογίας· γιατί στο κεντρικό αυτό σημείο η ορθόδοξη ανθρωπολογία παρουσιάζει καίρια διαφορετικές κατηγορίες από εκείνες της δυτικής θεολογίας, ιδιαίτερα του Προτεσταντισμού, που, όπως είναι γνωστό, συστηματοποίησε και υπερακόντισε τις υπερβολές του Αυγουστίνου. Για τον Κλήμεντα η πίστη, κι αυτή η σωτηρία, δεν είναι «πλεονέκτημα φύσεως» κι αποκλειστικός καρπός μόνο της θείας χάρης, αλλά κι ανθρώπινο «κατόρθωμα», έργο που προϋποθέτει δηλ. και την ανθρώπινη σύμπραξη, την «συνεργία». Το δώρο της σωτηρίας μένει ξένο κι άχρηστο για τον άνθρωπο, που δεν το οικειοποιείται θεληματικά, δεν συνεργεί για την απόκτησή του.

Επετηρίδα

Ιστορία της Φιλοσοφίας
Κλήμης Αλεξανδρείας
Αυτεξούσιο


1977

Text

German
Greek



*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)