Schlicks Zeichentheorie der Erkenntnis und ihre Stellung Innerhalb der Geschichte des Neueren Empirismus

 

Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
κοινοποιήστε το τεκμήριο






Schlicks Zeichentheorie der Erkenntnis und ihre Stellung Innerhalb der Geschichte des Neueren Empirismus

Αυγελής, Ν.Γ.

Στην εργασία αυτή εξετάζομε ωρισμένα βασικά γνωσιολογικά και επιστημολογικά προβλήματα, που προκύπτουν από μια κριτική ανάλυση της σημειωτικής θεωρίας της γνώσης του M. Schlick και επιχειρούμε μια φιλοσοφική αποτίμησή της σε σχέση πάντα με τη θέση που κατέχει η θεωρία αυτή στην ιστορία του νεώτερου εμπειρισμού και στο βαθμό που προετοιμάζει τη γένεση του Κύκλου της Βιέννης. Κύριο γνώρισμα της σημειωτικής θεωρίας του Schlick είναι ότι αποδεσμεύεται από το γνωσιοθεωρητικό πρότυπο του κλασσικού εμπειρισμού, σύμφωνα με το οποίο η γνώση συνίσταται σε μιαν απεικονιστική σχέση ανάμεσα στο δεδομένο και το υποκείμενο και η αλήθεια θεμελιώνεται στην αισθητηριακή ενέργεια. Ο Schlick είδε καθαρά ότι δεν είναι δυνατό να οικοδομήσωμε, στα πλαίσια πάντα του εμπειρισμού, μια συνεπή θεωρία της γνώσης ξεκινώντας από μια προ-γλωσσική εμπειρική βάση, από ένα καθαρό δεδομένο που δεν έχει υποστή κανένα εννοιολογικό σχηματισμό. Μια καθαρή με τη σημασία αυτή εμπειρία δεν μπορεί να λειτουργήση ως βάση της γνώσης. Τα προβλήματα που συνδέονται με την έννοια αυτή της προ-γλωσσικής εμπειρικής βάσης ήταν τα πλαίσια του κλασσικού γνωσιοθεωρητικού προτύπου ανυπέρβλητα και ωδήγησαν αναγκαστικά σε μιαν αναθεώρησή του. Στην φιλοσοφία του Schlick η αναθεώρηση αυτή παίρνει την εξής μορφή: η γνώση δεν είναι μια σχέση ανάμεσα σε δυό όρους (υποκείμενο – αντικείμενο), αλλά ανάμεσα σε τρεις όρους· το υποκείμενο γνωρίζει το αντικείμενο ως στοιχείο μιας κλάσης, ως πράγμα με μια γενική ιδιότητα την οποία μπορούν να έχουν και άλλα πράγματα. Έτσι η γνώση απόκτα διυποκειμενικό χαρακτήρα: είναι μια κρίση που περιέχει universalia. Ένα αντικείμενο το γνωρίζομε, ενόσω το εντάσσομε σ’ ένα σύστημα σημείων. Η γνώση, κατά συνέπεια, δεν συνίσταται σε μιαν απεικόνιση του δεδομένου μέσα στο υποκείμενο, αλλά σε μια διαδικασία «αντιστοίχισης» εννοιών και κρίσεων ως σημείων στα αντικείμενα και στις σχέσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι η φυσική πραγματικότητα δεν μπορούμε να την γνωρίσωμε παρά μόνο μέσω ενός συστήματος σημείων που αντιστοιχεί απλώς στην ποιοτική πολλαπλότητα του κόσμου των αισθήσεων. Η αναθεώρηση του κλασσικού γνωσιοθεωρητικού προτύπου έχει μια σοβαρή συνέπεια: το υποκείμενο παύει πλέον να συνδέεται με τον άλλο όρο της γνωστικής σχέσης, δηλαδή το αντικείμενο. Ο Schlick οδηγείται έτσι σε μια καινούργια θεωρία της αλήθειας ως μονοσήμαντης αντιστοιχίας ανάμεσα στο σύστημα των σημείων και την εμπειρία, που βασίζεται σε τελευταία ανάλυση στην ταυτόσημη δομή διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, των στοιχείων δηλαδή της πραγματικότητας και του συστήματος των σημείων. Το όλο πρόβλημα της αλήθειας γίνεται, ουσιαστικά, πρόβλημα γλώσσας. Ο Schlick έχει ως αφετηρία του τον κλασσικό ορισμό της αλήθειας ως συμφωνίας του νου με τα πράγματα, περιορίζει όμως την όλη προβληματική της αλήθειας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παίρνη η έννοια της συμφωνίας τυπικό χαρακτήρα, πράγμα που φαίνεται καθαρά από την εξήγηση που δίνει της ψευδούς πρότασης: μια ψευδής πρόταση προκύπτει, όταν δοθούν ίδια σύμβολα σε διαφορετικές κλάσεις γεγονότων. Βγάζοντας ο Schlick από την προβληματική της αλήθειας το στοιχείο της επαλήθευσης, την περιορίζει στη «σημασιολογική» διάσταση της γλώσσας και από την άποψη αυτή «προλαμβάνει» τον ορισμό της αλήθειας που μας δίνει αργότερα ο Tarski. Από την άλλη μεριά πάλι η θεωρία της αλήθειας του Schlick βρίσκεται σε στενή σχέση με το παραγωγικό σχήμα θεμελίωσης της εμπειρικής γνώσης και απορρέει ως ένα σημείο από την προβληματική της τελευταίας. Η μονοσήμαντη αντιστοιχία ελέγχεται πράγματι στα πλαίσια μια παραγωγικής μεθόδου επαλήθευσης, η οποία αναπτύχθηκε παραπέρα από τον Popper και τον Hempel Και προϋποθέτει μιαν αναθεώρηση της βασικής αρχής του παλιότερου εμπειρισμού, σύμφωνα με την οποία όλη η ανθρώπινη γνώση απορρέει κατά τρόπο επαγωγικό από την εμπειρία. Ο Schlick περνάει έτσι σε μια περιοχή φιλοσοφικής προβληματικής, που αναφέρεται στη λογική δομή και στην εμπειρική βάση των επιστημονικών θεωριών. Η λογική ανασυγκρότηση των επιστημονικών θεωριών που επιχειρεί ο Schlick έχει ως αφετηρία την αντίληψη ότι η γνώση των τυπικών δομών της πραγματικότητας είναι δυνατή μονάχα με μιαν αξιωματική θεμελίωση, όπως εκείνη που ανέπτυξε ο Hilbert για τη Γεωμετρία. Ένα αξιωματικό σύστημα, όταν δεν είναι αντιφατικό, μας δίνει μια καθαρά λογική δομή, που έχει αποκοπή εντελώς από την πραγματικότητα και παίρνει εμπειρικό νόημα μόνον μέσα από τους «κανόνες αντιστοίχισης». Οι απόψεις, στο σημείο αυτό, του Schlick απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για στις επιστημολογικές αναλύσεις των Reichenbach, Carnap και Hempel και ανασυγκροτήθηκαν παραπέρα μέσα από την θεωρία των «μοντέλων» που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της Σημαντικής. Η θεωρία αυτή της αλήθειας ως μονοσήμαντης αντιστοιχίας αντιμετωπίζει ωστόσο σοβαρές δυσκολίες. Αν η αντιστοιχία ανάμεσα στο σύστημα των σημείων και τα γεγονότα δεν έχη το νόημα μιας απεικονιστικής σχέσης, τότε η πραγματικότητα παύει να αποτελή την περιοχή ελέγχου του συστήματος των σημείων και η αλήθεια ανάγεται στην αυστηρή λογική του συνέπεια. Η επιστήμη γίνεται έτσι ένα παιχνίδι με σύμβολα, ένα σύστημα σημείων που έχει αποκοπή εντελώς από την πραγματικότητα και που βρίσκει το ιδεώδες του στην αξιωματική θεωρία. Εδώ ακριβώς προκύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα: πως το σύστημα αυτό των σημείων που έχει αποκοπή εντελώς από την πραγματικότητα, εφαρμόζεται ωστόσο στην πραγματικότητα; Στην γλώσσα του Schlick το ερώτημα παίρνει την εξής μορφή: πως είναι δυνατό να «αντιστοιχίσωμε» μονοσήμαντα τις κρίσεις μας στα πραγματικά γεγονότα; Στην ουσία ο Schlick, θέτει εδώ το Καντιανό ερώτημα: πως είναι δυνατή η εμπειρική γνώση; Το χάσμα ανάμεσα στην έννοια και την πραγματικότητα γεφυρώνεται, κατά τον Schlick, μέσα από μια πράξη της νόησης που καρπός της είναι η μονοσήμαντη αντιστοιχία. Η τελευταία ως σχέση που μας δίνει η νόηση θελεμιώνεται στην ενότητα της συνείδησης, την οποία ο Schlick θεωρεί ως ένα απλό δεδομένο, που δεν επιδέχεται παραπέρα καμμιά εξήγηση. Έτσι όμως ολόκληρη η γνωσιοθεωρία του βασίζεται στο αίτημα μιας νοητικής πράξης, που δεν επιδέχεται κανενός είδους έλεγχο. Το πρόβλημα του Schlick ήταν η θεμελίωση μιας γνωσιοθεωρίας, που να ξεπερνά τις δυσκολίες του παλιότερου εμπειρισμού και ταυτόχρονα να μην αντιμετωπίζη τα παράδοξα μιας φορμαλιστικής θεωρίας της αλήθειας. Η θεωρία του ωστόσο της αλήθειας δεν μπορεί να αποφύγη το ακόλουθο δίλημμα: ή διασφαλίζεται η βεβαιότητα της γνώσης, αλλά τότε χάνεται το εμπειρικό της περιεχόμενο και, κατά συνέπεια, αίρεται ο ίδιος ο εμπειρισμός, ή διασφαλίζεται το εμπειρικό περιεχόμενο, αλλά τότε χάνεται η διυποκειμενικότητα της γνώσης. Στην πραγματικότητα, μέσα στη σημειωτική θεωρία της γνώσης του Schlick διαγράφεται ήδη με τη μορφή αυτή του διλήμματος το κύριο πρόβλημα του Λογικού Εμπειρισμού στα διάφορα στάδια της εξέλιξής του ως και την θεωρία των «προτάσεων – πρωτοκόλλων».

Επετηρίδα

Moritz Sclick
Γνώση
Εμπειρισμός
Συστηματική Φιλοσοφία


1978-1979

Κείμενο/PDF

Γερμανική γλώσσα
Ελληνική γλώσσα



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.