Η θεματική της νεκρής φύσης, ειδικά στο πλαίσιο της απεικόνισης απλών αντικειμένων μέσα στο αστικό περιβάλλον, απασχόλησε αρκετού Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα τόσο κατά τον Μεσοπόλεμο όσο και κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Ο Γιάννης Γεωργιόπουλος (1907-1987), που σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών (απόφοιτος του 1928) με δασκάλους μεταξύ άλλων τον Γεώργιο Ιακωβίδη και τον Νίκο Λύτρα, ασχολήθηκε με το τοπίο, την προσωπογραφία, τη νεκρή φύση αλλά επηρεάστηκε μεταπολεμικά και από την αφαίρεση. Ωστόσο, η αφηρημένη του φάση διήρκεσε λίγο. Το συγκεκριμένο έργο, που εντάχθηκε στη συλλογή του Μουσείου το 1971, δεν αποκλείεται να είχε εκτεθεί στην Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση του 1965. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σηματοδοτεί την επιστροφή του Γεωργιόπουλου, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, σε μια ζωγραφική παραστατική, με έμφαση στις ακαδημαϊκές αρετές του σχεδίου, των ισορροπημένων χρωματικών συνδυασμών, με ενδιαφέρον για τη μίμηση της φύσης. Εικονίζεται ένα τραπέζι στρωμένο με ένα μπλε καρό τραπεζομάντηλο, γεμάτο με αντικείμενα: ένα πανί, μια στοίβα με βιβλία και, φυσικά, το μέσον, να κυριαρχεί στη σύνθεση, ένα πήλινο, λευκό βάζο γεμάτο με πορτοκαλί χρυσάνθεμα. Το σχέδιο είναι απλό, στιβαρό, το χρώμα ρεαλιστικό, αλλά η γενική απόδοση δεν εκπίπτει στον φωτογραφικό ρεαλισμό. Αντίθετα, το έργο δονείται από το φως που εισβάλλει από τα δεξιά, αναδεικνύοντας την ποιότητα μιας τέχνης που εκφράζεται με λιτό, παραστατικό τρόπο – αν και ξεπερασμένο για τον όψιμο 20ό αιώνα.
(EL)