Ο Δημήτρης Σούλας (Thessaloniki, 1938) σπούδασε οικονομικά στο Μόναχο όπου παρακολούθησε και μαθήματα της Σχολής της Φρανκφούρτης. Το 1959 επισκέφθηκε στο Αμβούργο την έκθεση «The Family of Man» η οποία τον επηρέασε και ξεκίνησε να φωτογραφίζει ερασιτεχνικά. Το 1964 προσελήφθη από μια αμερικανική πολυεθνική εταιρεία με έδρα το Μόναχο, εργασία από την οποία απολύθηκε το 1967 εξαιτίας της αντιδικτατορικής του δράσης. Ξεκίνησε να δουλεύει ως ελεύθερος φωτορεπόρτερ και σύντομα συνεργάστηκε με το Associated Press και αργότερα με το πρακτορείο Magnum. Με την πτώση της Δικτατορίας το 1974, διακόπτει την πορεία του ως φωτορεπόρτερ και στρέφεται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το 2004, δωρίζει το αρχείο του στο φωτογραφικό τμήμα του Δημοτικού Μουσείου του Μονάχου το οποίο το 2008 οργάνωσε σε συνεργασία με το Μουσείο Φωτογραφίας Thessalonikiς περιοδεύουσα έκθεση με τίτλο Στιγμιότυπα. Φωτογραφίες του Δημήτρη Σούλα 1967-1974.
Οι φωτογραφίες του Σούλα περιλαμβάνουν τόσο επαγγελματικές αναθέσεις, καλύπτοντας κάθε είδος ρεπορτάζ, όσο και προσωπικό έργο. Παράλληλα στρέφει τον φακό του στους ξένους εργάτες, την οργισμένη γενιά του ΄68 και τη δυναμική παρουσία της στους δρόμους του Μονάχου, την κοινωνία της αφθονίας, την Τρίτη ηλικία, τους ανθρώπους του περιθωρίου και των κοινωνικών μειοψηφιών, ενώ ταυτόχρονα κινείται στα σαλόνια των δεξιώσεων και των επιδείξεων μόδας.
Η εικόνα καταγράφει ένα στιγμιότυπο από την περιοχή Viktualienmarkt, την αγορά τροφίμων που λειτουργεί καθημερινά στο κέντρο του Μονάχου. Η λήψη πραγματοποιήθηκε το 1972 και ο φακός επικεντρώνεται σε ένα πλήθος ηλικιωμένων ανθρώπων που στέκονται συγκεντρωμένοι σε πυκνό σχηματισμό κάτω από τέντα. Τα βλέμματά τους παρατηρούν ευλαβικά, σχεδόν μαγνητισμένα, κάτι που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους με ένα μικρό, ευγενικό μειδίαμα να διαγράφεται στα χείλη ορισμένων εξ αυτών. Οι εικονιζόμενοι, με το προσεγμένο χειμερινό τους ντύσιμο και τα κομψά καπέλα, δίνουν την αίσθηση πως παρακολουθούν κάποιο θέαμα ή μια δημόσια ομιλία.
(EL)