Θα μπορούσαμε «ελαφριά καρδία» να αποδώσουμε στο Νίκο Παπάζογλου τον τίτλο του πιο αξιόλογου
εκφραστή του «νέου λαϊκού τραγουδιού», τον ερμηνευτή με την μεγαλύτερη αποδοχή.
Θα το αποφύγουμε όμως, γιατί δεν είμαστε σε θέση -ούτε μας απασχολεί- να δώσουμε έναν ορισμό
για το «νέο λαϊκό τραγούδι».
Με το σλόγκαν «Η Ελλάδα βρίσκεται με το ένα πόδι στη Δύση και το άλλο στην Ανατολή» να έχει
επικρατήσει πλήρως, επιχειρούμε συνήθως να «στριμώξουμε» τις επιρροές των νέων δημιουργών ανάμεσα
στους δύο μεγάλους αυτούς μουσικούς πόλους. Αυτή είναι μια ακαδημαϊκή οπτική -δόκιμη, σίγουρα- της
οποίας όμως ίσως να έχουμε υπερτιμήσει την αξία.
Ο Νίκος Παπάζογλου χαρακτηρίζεται από τρία, αδιάσπαστα μεταξύ τους ταλέντα, τα οποία στη σύνθεσή
τους «αγνοούν» τους ακαδημαϊκούς αυτούς χαρακτηρισμούς.
Αυτά τα ταλέντα είναι η προσωπική του ερμηνευτική ταυτότητα, η συνθετική και στιχουργική του κατάθεση
καθώς και η ικανότητα του ανθρώπου που επιδιώκει και καταφέρνει να συλλέξει τη διάσπαρτη ευαισθησία
τραγουδοποιών -Θεσσαλονικιών και μη- αποδίδοντάς την με μια αίσθηση παρεΐστικης κουβέντας.
Η παρέα κουβεντιάζει στην ταβέρνα, ψηλαφίζοντας «λαϊκότροπα» τις «αρχέγονες» αγωνίες που αποτελούν
τα ερεθίσματα του τραγουδιού μας. »
Όσο για μας τους ακροατές του, τους αποδέκτες του, βρισκόμαστε την ίδια ταβέρνα, απλά καθόμαστε
σε διπλανό τραπέζι. Πάνω στο κέφι μας και στον σκεπτικισμό μας, ό,τι πίνουν τα παιδιά, είναι κερασμένα.