Ελλάδα, 19ος αιώνας. Στο μεταίχμιο ενός κόσμου που μετασχηματίζεται, αναδύονται γυναίκες που δεν αρκέστηκαν να υπάρχουν σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής τους· τη διεύρυναν. Με τη γραφή, τη διδασκαλία, την έρευνα, τις τέχνες ή και μέσα από σιωπηλές υπερβάσεις των ορίων που τους επιβάλλονταν, διεκδίκησαν μια θέση στον κόσμο των ιδεών και της δημόσιας ζωής.
Η έκθεση ανιχνεύει τη γενεαλογία αυτής της μετάβασης: από την ιδιωτική ή ακόμη και εγκλωβισμένη υποκειμενικότητα, στη θεσμική κατοχύρωση της γνώσης, και τέλος στη διεθνή πολιτιστική ακτινοβολία. Η εκπαίδευση, η γραφή, η κοινωνική δράση, η έρευνα και οι τέχνες γίνονται τα πεδία όπου η γυναικεία εμπειρία αποκτά μορφή και διάρκεια. Από τις αίθουσες διδασκαλίας έως τις σελίδες του Τύπου, από τα εργαστήρια της λαογραφικής έρευνας έως το φεμινισμό και τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση, οι διαδρομές αυτές φωτιζόνται μέσα από τα ίχνη τους στο χρόνο—κείμενα, εικόνες, επιστολές, εκδόσεις και αντικείμενα— συγκροτείται ένα πολυδιάστατο αφήγημα για τη σταδιακή διεύρυνση του ορίζοντα της γυναικείας παρουσίας στη νεοελληνική κοινωνία.
Η Προσωπογραφία αυτή συγκεντρώνει τις γυναικείες μορφές των γραμμάτων και τεχνών του 19ου και πρώιμου 20ου αιώνα που, με διαφορετικούς τρόπους η καθεμία, άφησαν το αποτύπωμά τους στην ελληνική ιστορία. Δεν παρουσιάζει μόνο πρόσωπα, αλλά τρόπους παραγωγής γνώσης στον 19ο αιώνα: λόγιοι κύκλοι, αλληλογραφία, περιοδικός τύπος, πρώιμη λαογραφική και φιλολογική έρευνα, ποιητική έκφραση σε ένα ακόμα αδιευκρίνηστο και ρευστό πεδίο γυναικείας παρουσίας.
Ευανθία Καΐρη (1799–1866)
Κομβική μορφή της πρώιμης νεοελληνικής διανόησης και από τις πρώτες γυναίκες που συγκρότησαν δημόσιο λόγο μέσα από τη γραφή και τη διδασκαλία. Συνδέεται με το πνευματικό περιβάλλον του Αδαμάντιου Κοραή και του νεοελληνικού Διαφωτισμού, και το έργο της αποτυπώνει τη μετάβαση από τη λόγια παιδεία της ύστερης Οθωμανικής περιόδου στη συγκρότηση εθνικού μορφωτικού προτάγματος. Η Καΐρη είναι στην ουσία ένα «προ-θεσμικό» γυναικείο υποκείμενο, πριν ακόμα υπάρξουν θεσμοί που να το υποδεχθούν.
Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801–1832)
Ίσως η πιο δραματική μορφή πρώιμης γυναικείας αυτοβιογραφικής γραφής στον ελληνικό χώρο. Η περίφημη «Αυτοβιογραφία» της δεν είναι απλώς λογοτεχνικό τεκμήριο, αλλά μαρτυρία εγκλεισμού, επιθυμίας για μόρφωση και πνευματική αυτοσυνείδηση. Εδώ η υποκειμενικότητα δεν είναι ακόμη δημόσια· είναι σχεδόν «φυλακισμένη» μέσα στο σπίτι, αλλά ήδη διαρρηγνύει τα όρια του χρόνου της.
Μαριάννα Καμπούρογλου (1819–1890)
Γνωστή ως η “Λαογράφος των Αθηνών”, η Καμπούρογλου εντάσσεται καθαρά στον χώρο της πρώιμης λαογραφικής και φιλολογικής παρατήρησης. Με το έργο της δεν διαφύλαξε μόνο ήθη, έθιμα και παραδόσεις αλλά διέσωσε μέσα από τις καταγραφές και ένα δείγμα του λησμονημένου γλωσσικού ιδιώματος των Αθηνών. Δημοσίευσε πολλά εθνογραφικά άρθρα σε περιοδικά της εποχής.
Αικατερίνη Δοσίου (1820–1856)
Ως ποιήτρια εντάσσεται στον πρώιμο ρομαντικό και μετεπαναστατικό λόγο. Εκτός από απλή λογοτεχνική μορφή, η Δοσίου είναι και τεκμήριο της εισόδου των γυναικών στη δημόσια γραφή σε μια εποχή που η έντυπη παραγωγή παραμένει περιορισμένη.
Δώρα ντ' Ίστρια (1828–1888)
Με διεθνή παρουσία και πνευματική δραστηριότητα που εκτείνεται πέρα από τα ελληνικά σύνορα, η Δώρα ντ' Ίστρια υπήρξε μία από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα. Μέσα από τα κείμενά της ανέπτυξε προβληματισμούς γύρω από την εκπαίδευση, την εθνική ταυτότητα και τη θέση των γυναικών, μετατρέποντας τη λόγια παραγωγή σε χώρο διαλόγου ανάμεσα στην Ελλάδα και την ευρωπαϊκή διανόηση.
Σαπφώ Λεοντιάς (1815–1900)
Η Σαπφώ Λεοντιάς συμβάλλει καθοριστικά στη συγκρότηση της γυναικείας εκπαίδευσης ως θεσμού. Η δράση της υπερβαίνει την εκπαιδευτική πρακτική, καθώς διαμορφώνει πρότυπα παιδαγωγικής σκέψης και οργανωτικά μοντέλα σχολικής ζωής. Η γνώση αποκτά κανονιστικό χαρακτήρα και η γυναίκα μετατρέπεται σε φορέα παιδαγωγικής και κοινωνικής αναπαραγωγής.
Σεβαστή Καλλισπέρη (1858–1953)
Και η Καλλισπέρη ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες που διεκδίκησαν ενεργό θέση στον χώρο της ανώτερης εκπαίδευσης, η Σεβαστή Καλλισπέρη συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοση της γυναικείας παιδείας και στην καλλιέργεια ενός νέου μορφωτικού ιδεώδους. Το έργο της αποτυπώνει τη μετάβαση από τη διεκδίκηση της πρόσβασης στη γνώση προς τη σταδιακή θεσμική αναγνώριση της γυναικείας παρουσίας στον πνευματικό βίο.
Αγγελική Χατζημιχάλη (1878–1965)
Με το έργο της στην επιτόπια λαογραφική έρευνα, η Αγγελική Χατζημιχάλη εντάσσει τον λαϊκό πολιτισμό στο πεδίο της επιστημονικής τεκμηρίωσης. Η συλλογή, καταγραφή και ερμηνεία του υλικού πολιτισμού μετατρέπεται σε πράξη διάσωσης και ταυτόχρονα σε μορφή πολιτισμικής ερμηνείας. Η συμβολή της αναδεικνύει τη λαογραφία ως γέφυρα ανάμεσα στην επιστήμη και την κοινότητα.
Καλλιρρόη Παρρέν (1861–1940)
Η Καλλιρρόη Παρρέν θεμελιώνει έναν νέο τύπο γυναικείας δημόσιας παρουσίας μέσα από τη δημοσιογραφία και την εκδοτική δράση. Η «Εφημερίς των Κυριών» συγκροτεί έναν χώρο λόγου όπου η εκπαίδευση, η εργασία και η κοινωνική χειραφέτηση των γυναικών αποκτούν δημόσια διατύπωση. Η συμβολή της υπερβαίνει την αρθρογραφία, καθώς συνιστά παρέμβαση στη διαμόρφωση κοινωνικών θεσμών.
Πηνελόπη Δέλτα (1874–1941)
Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα συνδέει τη λογοτεχνία με τη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης. Μέσα από αφηγήσεις που απευθύνονται κυρίως σε νεανικό κοινό, η ιστορία μετασχηματίζεται σε βιωματική εμπειρία. Η γραφή της συμβάλλει στη διαμόρφωση συλλογικών αναπαραστάσεων του παρελθόντος και στην εδραίωση μιας παιδαγωγικής εκδοχής της εθνικής αφήγησης.
Η διαδρομή των παραπάνω γυναικών και αυτών που εμφανίζονται στην Προσωπογραφία δεν συγκροτεί μια γραμμική ιστορία προόδου, αλλά ένα δίκτυο ρωγμών, θεσμικών κατακτήσεων και πολιτισμικών μετατοπίσεων. Από την εσωτερική γραφή και τη σιωπηλή εμπειρία έως τον δημόσιο λόγο και τη διεθνή αναγνώριση, αναδύεται μια ιστορία όπου η γνώση, η τέχνη και η εκπαίδευση λειτουργούν ως πεδία διεκδίκησης και αναδιαμόρφωσης της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στη νεότερη Ελλάδα.