Η παρούσα θεματική έκθεση για το Πυροβολικό και τα Τεθωρακισμένα φωτίζει τη νεότερη στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας μέσα από την εξέλιξη της τεχνολογίας, της στρατηγικής σκέψης και της ανθρώπινης εμπειρίας. Από την Επανάσταση του 1821 έως το σύγχρονο πεδίο μάχης, το Πυροβολικό και τα Τεθωρακισμένα αποτελούν βασικά Όπλα της αμυντικής συγκρότησης της χώρας, αποτυπώνοντας τη διαρκή αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στην τεχνική γνώση, τη στρατηγική και την κινητικότητα για την επίτευξη τακτικού πλεονεκτήματος.
Το Πυροβολικό συγκαταλέγεται στα πρώτα οργανωμένα Όπλα του ελληνικού στρατού, ήδη από την Επανάσταση του 1821, όταν η Α΄ Εθνοσυνέλευση θέτει τα θεμέλια ενός τακτικού στρατεύματος με Πεζικό, Ιππικό, Πυροβολικό και Μηχανικό. Η πρώτη οργανωμένη παρουσία πυροβολικού καταγράφεται τον Ιούνιο του 1821 στην Καλαμάτα, με δύο ορεινά πυροβόλα που υποστήριξαν το τακτικό σώμα του Δημητρίου Υψηλάντη. Παρά την καταστροφή του στη μάχη του Πέτα (1822), το εγχείρημα σηματοδότησε την απαρχή της συγκρότησης ενός σύγχρονου Όπλου.
Το 1828 ιδρύεται το πρώτο Τάγμα Πυροβολικού, με οργανωμένη δομή και σημαντικό αριθμό πυροβόλων, θέτοντας τις βάσεις για τη σταδιακή εξέλιξη του Όπλου. Κατά τον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα στα χρόνια του Όθωνα, το Πυροβολικό αποκτά σαφή οργανωτική υπόσταση, ενώ εξοπλίζεται με σύγχρονα για την εποχή πυροβόλα ευρωπαϊκών εργοστασίων, όπως τα Krupp και Schneider.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913), το Πυροβολικό διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις μεγάλες μάχες από το Σαραντάπορο έως το Μπιζάνι, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες, όπως το πεδινό πυροβόλο των 75 χιλ., που επέτρεψε την εφαρμογή της έμμεσης βολής.
Η ελληνική συμβολή στην ανάπτυξη του ορειβατικού πυροβολικού ήταν επεισοδιακή, καθώς ταυτόχρονα δύο καταξιωμένοι αξιωματικοί, με προσωπική τους πρωτοβουλία, παρουσίασαν σχέδια νέων συστημάτων ορειβατικών πυροβόλων στις εταιρείες Schneider και Krupp. Ο Πέτρος Λυκούδης και ο Παναγιώτης Δαγκλής βρέθηκαν να διεκδικούν την πατρότητα των αρχικών σχεδίων. Επικράτησε το σχέδιο του Δαγκλή και η γαλλική Schneider, γεγονός που οδήγησε, το 1908, στην αποδοχή του πυροβόλου-θρύλου του Ελληνικού-Στρατού, του ορειβατικού πυροβόλου των 75 mm Schneider-Danglis, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις έως και το 1941.
Χρησιμοποιήθηκε επίσης το πυροβόλο Σκόντα, το οποίο, σε αντίθεση με πολλά βαριά πυροβόλα όπλα εκείνης της εποχής, είχε σημαντική κινητικότητα - για ένα οβιδοφόρο τέτοιου διαμετρήματος - χάρη σε ένα σωστά ανεπτυγμένο ρυμουλκούμενο και ένα ειδικό τρακτέρ. Επιπλέον, η τοποθέτηση του Σκόντα στη θέση του χρειαζόταν συνήθως από 2 έως 3 ώρες, μικρό σχετικά διάστημα για τα δεδομένα της εποχής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Εκεί όπου η μηχανοκίνηση ήταν αδύνατη, τα ζώα μεταφοράς υπήρξαν για δεκαετίες κρίσιμος παράγοντας επιχειρησιακής επιτυχίας του Πυροβολικού, εξασφαλίζοντας τη μετακίνηση πυροβόλων, πυρομαχικών και εφοδίων σε δύσβατα εδάφη. Ειδικά στην Μικρασιατική Εκστρατεία χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες βόδια, μουλάρια, άλογα, ακόμα και καμήλες, για τη μεταφορά των πυροβόλων στο άνυδρο τοπίο της μικρασιατικής ενδόχωρας, παρέχοντας τακτική ευελιξία λόγω της αντοχής και προσαρμοστικότητάς τους.
Η σημασία των όρων “ελαφρύ”, “μέσο” και “βαρύ” για τα άρματα αλλάζει μεσοπολεμικά. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά, “ελαφρύ άρμα” θεωρείται το έως και 10 τόνων, το “μέσο” περίπου μεταξύ 10 και 25 τόνων, και το “βαρύ” άνω των 25 τόνων. Προς τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια σειρά από επιχειρησιακά χαρακτηριστικά -όπως η θωράκιση- άλλαξαν, οπότε και αυξήθηκαν τα εύρη των όρων-το ελαφρύ ήταν άνω των 20 τόνων, το μέσο άνω των 30, και το βαρύ, που αναπτύχθηκε προς το τέλος του πολέμου, άνω των 60 τόνων.
Στην Ελλάδα, κατά τον Μεσοπόλεμο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Πυροβολικό προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης μάχης, διαχωριζόμενο σε κλάδους, όπως το Πυροβολικό Μάχης και το Αντιαεροπορικό. Συμμετέχει ενεργά στις επιχειρήσεις της Πίνδου, της Κορυτσάς και της Κλεισούρας, ενώ μετά την Κατοχή ανασυγκροτείται στη Μέση Ανατολή, λαμβάνοντας μέρος στις μάχες του Ελ Αλαμέιν και του Ρίμινι.
Το 1946 σηματοδοτείται μια νέα εποχή, με τη θεσμική συγκρότηση του Όπλου των Τεθωρακισμένων, ως εξέλιξη του Ιππικού. Η εισαγωγή αρμάτων μάχης ενισχύει αποφασιστικά τη μαχητική ισχύ του στρατού και εγκαινιάζει τη σύγχρονη αντίληψη της συνδυασμένης δράσης: ισχύς πυρός από το Πυροβολικό και κινητικότητα–προστασία από τα Τεθωρακισμένα.
Σημαντικές προσωπικότητες που συνδέθηκαν με το Πυροβολικό υπήρξαν, μεταξύ άλλων, ο Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής (1853-1924) ο οποίος εξέλιξε το πυροβόλο Schneider–Danglis, ο Ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς (1870-1904) που πολέμησε στον Μακεδονικό Αγώνα, ο Δημήτριος Καμπέρος (1880-1942) ο οποίος παρόλο Αξιωματικός του Πυροβολικού πραγματοποίησε την πρώτη πτήση με στρατιωτικό αεροπλάνο στην Ελλάδα και πήρε το παρατσούκλι «Τρελοκαμπέρος», λόγω των ριψοκίνδυνων πτήσεών του, ο “γεροταγματάρχης” κανονιέρης Δημήτριος Κωστάκης (1881-1961) που διέπρεψε στο Καλπάκι και θεωρείται πρωτεργάτης της συντριβής των ιταλικών αρμάτων, ο Ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βερσής (1901-1941) ο οποίος μη αποδεχόμενος τους ταπεινωτικούς όρους των Γερμανών, διέταξε τους άνδρες του να συγκεντρώσουν τα πυροβόλα της Μοίρας και να τραγουδήσουν τον Εθνικό Ύμνο στραμμένοι προς νότο, προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Αφού χαιρέτισε στρατιωτικά τα πυροβόλα, διέταξε να τα καταστρέψουν, ενώ κατά τη διάρκεια των εκρήξεων ο ίδιος αυτοκτόνησε. Τέλος και ο Δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν πυροβολητής, ενώ ο Στυλιανός Παττακός ήταν καθαιρεθείς Υποστράτηγος τεθωρακισμένων.
Στην τακτική δομή ενός πεδίου μάχης, το Πυροβολικό λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, ικανό να διαμορφώσει το επιχειρησιακό περιβάλλον από απόσταση με έμμεση, ακριβή και συγχρονισμένη χρήση πυρών. Με τη σωστή τοποθέτηση, συντονισμό και ενσωμάτωση σε συνδυασμένες επιχειρήσεις, μπορεί να καταστείλει τις εχθρικές θέσεις, να αποδυναμώσει τις άμυνες του αντιπάλου και να διευκολύνει την προώθηση φιλικών δυνάμεων, τόσο σε επιθετικές όσο και σε αμυντικές αποστολές. Η δύναμη του πυροβολικού δεν περιορίζεται στη βολή βαρέων βλημάτων· αναδεικνύεται στην ικανότητα να υποστηρίζει, να συντονίζει και να ενισχύει τη δράση των επιμέρους όπλων, καθιστώντας το έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες στη σύγχρονη τακτική σκηνή μάχης.
Τα Τεθωρακισμένα αποτελούν τον κατεξοχήν φορέα ελιγμού, προστασίας και άμεσης ισχύος πυρός στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Η τακτική τους αξία έγκειται στην ικανότητα να διεισδύουν στις εχθρικές γραμμές, να εκμεταλλεύονται ρήγματα που δημιουργεί το Πυροβολικό και να διατηρούν την πρωτοβουλία των κινήσεων υπό συνθήκες σφοδρής σύγκρουσης. Σε συνδυασμένες επιχειρήσεις, τα τεθωρακισμένα δεν δρουν απομονωμένα: υποστηρίζονται από τα πυρά του Πυροβολικού και, ταυτόχρονα, προσφέρουν στο πεδίο μάχης κινητή ισχύ και επιβιωσιμότητα, συγκροτώντας μαζί του έναν ενιαίο επιχειρησιακό μηχανισμό που καθορίζει την έκβαση της σύγκρουσης.
Σήμερα, το Πυροβολικό λειτουργεί σε στενή συνέργεια με τα Τεθωρακισμένα μέσα, αξιοποιώντας αυτοκινούμενα πυροβόλα και συστήματα πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών. Η συνεργασία αυτή συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα μάχης, όπου η τεχνολογία, η γνώση και ο ελιγμός συνδυάζονται για την υποστήριξη των δυνάμεων στο πεδίο.
Το έμβλημα του Πυροβολικού, με τα διασταυρωμένα πυροβόλα και το κατευθυνόμενο βλήμα, φέρει το αρχαίο ρητό «Ισχύς διά της γνώσεως», αποτυπώνοντας τον τεχνικό και επιστημονικό χαρακτήρα του Όπλου. Αντίστοιχα, το έμβλημα των Τεθωρακισμένων είναι σπάθες χιαστί με πέταλο αλόγου, συμβολίζοντας τον πρόγονο του Όπλου, με άρμα μάχης, που συμβολίζει το σύγχρονο Όπλο των Τεθωρακισμένων με την ισχύ πυρός και κρούσης. Συνοδεύεται από το ρητό «Όπου η δόξα και το καθήκον».
Από τα πρώτα κανόνια της Επανάστασης έως τα σύγχρονα πυραυλικά συστήματα, το Πυροβολικό και τα Τεθωρακισμένα αφηγούνται μια ενιαία ιστορία εξέλιξης, προσαρμογής και στρατηγικής ισχύος.
Στην παρούσα Θεματική θα βρείτε τρισδιάστατα μοντέλα από τη συλλογή του Πολεμικού Μουσείου, ιστορικές φωτογραφίες από τους Βαλκανικούς πολέμους, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τους Παγκόσμιους Πολέμους, χάρτες, αλληλογραφία, εγχειρίδια και χειρόγραφα που φωτίζουν πτυχές της στρατιωτικής μας ιστορίας, καθώς και βλήματα, όλμους, οβίδες και εξοπλισμό.
Η θεματική έκθεση περιλαμβάνει τεκμήρια από τους εξής φορείς: