Η σύνθεση βασίζεται στο σχήμα του ανεστραμμένου τριγώνου: η μορφή της Παναγίας στην κάτω γωνία συνδέεται, μέσω του βλέμματός της, με τις μορφές του Παντοκράτορος και του Ιησού, που τοποθετούνται στις δύο πάνω νοητές γωνίες. Με σαφείς επιρροές από την Επτανησιακή Σ χολή, η οποία έχει ενσωματώσει γόνιμα στις πρακτικές της στοιχεία του μπαρόκ και του μανιερισμού (εδώ στην απόδοση των συννέφων, των μικρών αγγέλων, των πτυχώσεων των ενδυμάτων κ.λπ.) και παρουσιάζοντας συγγένειες με την τέχνη του Νικολάου Δοξαρά ή του Σπυρίδωνος Σπεράντζα, το έργο χαρακτηρίζεται από ένα ύφος που διαπνέεται από χάρη και ευγένεια, με τις μορφές να εκπέμπουν ζωντάνια λόγω της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων τους: ο Ιησούς και η Παρθένος με έκδηλη χαρά επιβλέπονται από την τρυφερή και σοβαρή ματιά του Δημιουργού, σε μια δοξαστική ατμόσφαιρα.