δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης : CC BY-NC-SA 4.0
Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
"Φοίνισσαι" Ευριπίδη
Πνευματικό Κέντρο Δήμου Βύρωνα
Νεάρχου, Περικλής
Καραχισαρίδης, Γιάννης
Χρυσικοπούλου, Λαλούλα
Θεοδωράκης, Μίκης
Σπυράτου, Σοφία
Κοντογεωργίου, Αντώνης
Κοτροκόης, Νίκος
Συνοδινού, Άννα
Καλαβρούζος, Χρήστος
Καυκαρίδης, Στέλιος
Τζώρτζογλου, Στράτος
Κακούρης, Λεωνίδας
Μανωλέα, Κατερίνα
Αλεξίου, Νίκος
Συριώτης, Χρήστος
Αρβανίτης, Νίκος
Γαλιάτσος, Νίκος
Σκουλάς, Νίκος
Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Πολιτιστικών Ανταλλαγών "Κοσμόπολις"
Καλαβρούζος, Χρήστος
Κοτροκόης, Νίκος
Αρβανίτης, Νίκος
Καραχισαρίδης, Γιάννης
Θεοδωράκης, Μίκης
Μανωλέα, Κατερίνα
Γαλιάτσος, Νίκος
Νεάρχου, Περικλής
Κακούρης, Λεωνίδας
Σκουλάς, Νίκος
Χρυσικοπούλου, Λαλούλα
Πνευματικό Κέντρο Δήμου Βύρωνα
Συριώτης, Χρήστος
Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Πολιτιστικών Ανταλλαγών "Κοσμόπολις"
Οι «Φοίνισσες», παρουσιάζονται στην Αθήνα το 410 π.Χ., πριν το τέλος δηλαδή του ποιητή (το 406 π.Χ.) και της πόλης του που υπέκυψε δύο χρόνια μετά την πλήρη επικράτηση της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Όπως μας λέει ο Πλούταρχος, οι σύμμαχοι ιδίως των Σπαρτιατών, ζητούσαν τότε επίμονα
να ισοπεδωθεί η πόλη και να μετατραπεί σε αγροτική γη. Την ώρα εκείνη ένας υποκριτής
(ηθοποιός) που είχε προσκληθεί στο συμπόσιο των νικητών, όπως συνηθιζόταν, για να διασκεδάσει
τους συνδαιτυμόνες, άρχισε να απαγγέλλει την πάροδο από την «Ηλέκτρα» του
Ευριπίδη. Όλοι συγκινήθηκαν και συμφώνησαν ότι δεν μπορούσε μια τέτοια πόλη να έχει
μια τέτοια τύχη.
Έτσι ο Ευριπίδης πρόσφερε μαι ακόμη υπηρεσία, μετά θάνατον, στην πόλη του, όπως είχε
προσφέρει και προηγουμένως στη Σικελία όταν οι Αθηναίοι στρατιώτες προσπαθούσαν να
σωθούν από τη φοβερή Σικελική καταστροφή απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
Μέσα από τις «Φοίνισσες», όπως και μέσα από τις «Τρωάδες» που παίχθηκαν λίγο μετά
την επονείδιστη καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους το 416 η.Χ., ο Ευριπίδης εκφράζει
την απελπισία του μπροστά στη δύναμη του κακού, των παθών, της μικρόνοιας και
της υπεροψίας που φέρνουν την καταστροφή, που γκρεμίζουν την έτσι κι αλλιώς εφήμερη
και εύθραυστη ευτυχία των θνητών και καταστρέφουν κάθε αξία που δένει τους ανθρώπους
και αναπτύσσει την αγάπη, τη φιλία και την αρμονία.
Κοιτάζοντας τη θάλασσα από το αγαπημένο του ερημητήριο στη Σαλαμίνα όπου κατέφευγε
και έγραφε τις τραγωδίες του, και που από τύχη αγαθή ανακαλύφθηκε πρόσφατα, ο Ευρυπίδης αναλογιζόταν και φιλοσοφούσε τη μοίρα των θνητών, μονολογώντας, όπως το έγραψε
σε μια από τις χαμένες τραγωδίες του, «πως είναι δυνατόν θνητός να σκοτώσει
θνητό;»
Λίγο μετά θα φύγει από την Αθήνα και θα καταφύγει στην αυλή του Αρχελάου στη Μακεδονία.
Εκεί θα γράψει και το τελευταίο από τα αριστουργήματά του, τις «Βάκχες» και θα θέσει
τα αδυσώπητα ερωτήματά του για τη φύση του ανθρώπου, τον πολιτισμό, τους θεούς.
*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.