Από τις Βάκχες του Ευριπίδη.
Η γιορτή του Διόνυσου.
Οι κάτοικοι ενός χωριού της Οράκης συγκεντρώνονται κάθε
τρία χρόνια σε ένα συγκεκριμένο μέρος και αναπαριστούν
τον μύθο των Βακχών. Με τα απλά μέσα που διαθέτουν και
με ό,τι έχει επιβιώσει στο χρόνο από την παράδοση της διονυσιακής
λατρείας, στήνουν μια παράσταση. Ο καθένας
τους έχει τον ρόλο του στην τελετή, στο έργο, και όλοι μαζί
αποτελούν έναν χορό συμμετεχόντων σε αυτή την ιστορία της
σύγκρουσης ανάμεσα στο θεό Διόνυσο και το νεαρό αρνητή
της γιορτής, τον βασιλιά Πενθέα. Με τη συντροφιά του κρασιού
και της ζωντανής μουσικής, μέσα από στοιχεία λαϊκών
δρώμενων, την ένωση σε κυκλικούς χορούς, σε συμπόσια και,
φυσικά, την ένδυση ενός ρόλου, ο θίασος του χωριού συναντιέται,
εορτάζει και κοινωνεί τον Διόνυσο, συμμετέχοντας σε
μια συλλογική εμπειρία μύησης, έκτασης και μετάβασης. Στη
χαρά της γιορτής, την ευδαιμονία του γλεντιού, την κάθαρση
της θεατρικής πράξης καταλαγιάζουν οι αντίρροπες δυνάμεις
της ζωής που τους κρατούν δέσμιους σε μια περιορισμένη,
από κάθε άποψη, καθημερινότητα. Παύει η αγωνία, η επιβεβλημένη
ηθική οπτική, τα γήινα συναισθήματα, και το ≪είμαι
ζωντανός≫ αποκτά την ολοκληρωμένη του διάσταση και τότε,
έστω προσωρινά, λύνεται το αίνιγμα της ζωής. Οι μύστες ενώνονται
με το θείο και βιώνουν την πληρότητα.
Κι όλο αυτό είναι η ελάχιστη γεύση που εμείς, οι αμύητοι,
παίρνουμε μέσα από το κρασί, τον έρωτα και την τέχνη του
θεάτρου, δώρα, όλα, του θεού Διόνυσου, φώτα στα σκοτάδια
της ψυχής μας. Τάσος Ράτζος (Σκηνοθέτης)