The Logical and Ontological Status of Kant΄s Concept of the Noumenon and the Hegelian Interpretation

 

Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
κοινοποιήστε το τεκμήριο



The Logical and Ontological Status of Kant΄s Concept of the Noumenon and the Hegelian Interpretation

Fotinis, Athanasios P.

Το άρθρο επιχειρεί μια σύντομη κριτική επισκόπηση της θεωρίας του Kant για το «νοούμενο», δηλαδή το πράγμα καθ’ αυτό. Η θεωρία του νοουμένου, όπως είναι γνωστό, έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Πρώτοι οι Έλληνες φιλόσοφοι απασχολήθηκαν με τη μεταφυσική έρευνα για την ύπαρξη των πραγμάτων καθ’εαυτά. Υποτυπώδης έννοια του νοουμένου στη στοιχειώδη διάκρισή του από το φαινόμενο βρίσκεται στην φιλοσοφία του Δημικρίτου, του Πρωταγόρα, του Αριστίππου, οι οποίοι με τον τρόπο τους ο καθένας διακρίνουν τα αισθητά όντα από τα νοητά, δηλαδή τα φαινόμενα από τα πράγματα καθ’ αυτά. Άλλη η αληθινή έννοια του νοουμένου διατυπώνεται από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία VI, 508 C με την ιδέα, στην οποία όλα τα πράγματα οφείλουν την ύπαρξή τους, και μάλιστα την ιδέα του αγαθού ως την πραγματικότητα που δίνει στα αντικείμενα της γνώσης την αλήθεια τους και στον γνωρίζοντα την δύναμη για την κατανόηση των πραγμάτων. Η έννοια του νοουμένου καθιερώνεται στην Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία με τον Kant, ο οποίος χαρακτηρίζει το νοούμενο ως το αντικείμενο του καθαρού λόγου. Την αφορμή στον Kant να διατυπώση την έννοια του νοουμένου στην διάκριση του από το φαινόμενο έδωσαν οι κατηγορίες, οι οποίες ως μορφές της νοήσεως (forms of understanding) ανάγκασαν τον φιλόσοφο να ζητήση το μεταφυσικό υπόβαθρο των πραγμάτων πέρα από την αίσθηση. Οι κατηγορίες αποτελούν την στοιχειώδη λογική δύναμη, η οποία ενώνει a priori τα δεδομένα των αισθήσεων που κάνουν συνειδητό το αισθητό αντικείμενο. Με τις αισθητικές μορφές αντιλαμβανόμαστε το αισθητό αντικείμενο. Με τις αισθητικές μορφές αντιλαμβανόμαστε τα αισθητά αντικείμενα χωρίς να γνωρίζωμε τον τρόπο που συνενώνουν τα πολλαπλά αισθητά, τα οποία δεν σημαίνουν τίποτε έξω από την αντίληψή μας. Ο «τρόπος» αυτός, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αισθητή οντότητα (Sinneswesen) των πραγμάτων, το φαινόμενο, απαιτεί την δυνατότητα της λογικής οντότητας (Verstandeswesen) των πραγμάτων, το νοούμενο. Κατά συνέπεια το νοούμενο είναι αντικείμενο του καθαρού λόγου, που έχει σχέση με το φαινόμενο, αλλά ταυτόχρονα σχηματίζει και την νοητή μορφή του εαυτού του, δηλαδή το πράγμα καθ’ εαυτό. Η διάνοια κατά τον Κάντ με την έννοια του νοουμένου ως του πράγματος καθ’ εαυτό αποβλέπει στην δυνατότητα της γνώσεως με βάση την αρνητική της άποψη, η οποία περιορίζει την αισθητικότητα και θέτει όρια στον εαυτό της. Το νοούμενο ως αντικείμενο του καθαρού λόγου είναι μια αυτοσύστατη μορφή ή αυθύπαρκτη ιδέα. Εκτείνεται πέρα από την αίσθηση στη λογική δυνατότητα της γνώσεως, γιατί το νοούμενο δεν μπορεί να είναι ούτε αντικειμενικό πράγμα ούτε υποκειμενικό δεδομένο των αισθήσεων, αλλ’ είναι απλή έννοια που αναφέρεται στην δυνατότητα της γνώσεως στην αρνητική της άποψη. Έτσι η έννοια του νοουμένου δείχνει ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από τα όρια του φυσικού κόσμου, γιατί η λογική δύναμη επιτρέπει σ’ αυτήν να πλησιάση τα νοητά όντα. Η έννοια όμως του νοουμένου επιτρέπει μόνο τη δυνατότητα της αντικειμενικής του πραγματικότητας, εφ’ όσον εκτείνεται πέρα από τον αισθητό κόσμο. Κατά συνέπεια η πραγματικότητα του δεν μπορεί να γίνη αντιληπτή, επειδή η νοητική αντίληψη μας είναι περιωρισμένη. Κι ακόμη δεν μπορούμε να σκεφθούμε ότι ένα τέτοιο λογικό αντικείμενο μπορεί καν να γίνει αντιληπτό από τον νου μας. Η σκέψη, που επιτρέπει να λάβη χώρα το νοούμενο, νοείται μόνο ως «κενός χώρος» (empty space) για τον περιρισμό των εμπειρικών αρχών, χωρίς άλλο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Εν τούτοις ο «κενός» αυτός χώρος πληρώνεται στην Κριτική του πρακτικού λόγου με την έννοια της ελευθερίας, την οποία ο Kant χρησιμοποιεί για να ανακαλύψη τον πνευματικό κόσμο της νοητής πραγματικότητας (noumenal reality) και να λύση το πρόβλημα της έννοιας του νοουμένου. Αυτόν τον υπεραισθητό κόσμο της νοητής ελευθερίας (noumenal freedom) o Kant επιχειρεί να τον εξηγήση με την αποκάλυψη που γίνεται από τον πρακτικό λόγο. Με τον ηθικό νόμο, όπως μας τον υπαγορεύει ο πρακτικός λόγος, γνωρίζομε τον νοητό κόσμο, αφού κατανοήσωμε την έννοια της μεταφυσικής ελευθερίας. Η νοητή πραγματικότητα προϋποθέτει την ελευθερία του ανθρώπου, ο οποίος ως λογικό ον απολαμβάνει την νοητή ελευθερία με την δύναμη του λόγου του. Ο άνθρωπος μπορεί να στερήται την φυσική ελευθερία, λογικά όμως παραμένει ελεύθερος. Τελικά ο Kant ενώ εξετάζει και αναλύει συστηματικά την έννοια του νοουμένου, θεωρεί την μορφή του διαφορετική από την αντίστοιχη των κατηγοριών, και γι’ αυτό η γνώση του νοουμένου είναι προβληματική. Ο Hegel παρατηρεί ότι τα νοούμενα ως πράγματα καθ’ εαυτά δεν μπορούν να γίνουν γνωστά με τις κατηγορίες του Kant, γιατί αυτές δεν απευθύνονται στα νοούμενα, αφού διαφέρουν στη μορφή τους. Οι κατηγορίες του Kant ως μορφές της νοήσεως δεν μπορούν να συλλάβουν την έννοια του νοουμένου, γιατί αυτό είναι μορφή του λόγου (form of reason). Αλλ’ ο Hegel παρατηρεί ότι και οι κατηγορίες είναι μορφές του λόγου και επομένως μπορούν να απευθύνουν τον εαυτό τους στα νοούμενα. Γιατί το νοούμενο ως πράγμα καθ’ αυτό φέρνει το χαρακτηριστικό σημείο των κατηγοριών, εφ’ όσον μάλιστα είναι αντικείμενο του λόγου που παράγεται από την κενή ταυτότητα τού «Εγώ» (empty self – identity of the “ego”). Το «Εγώ» από την δική του κενή ταυτότητα σχηματίζει το αντικείμενο του λόγου, δηλαδή το νοούμενο. Η έννοια του νοουμένου έχει αρνητικό χαρακτήρα, ο οποίος περιέχει το χαρακτηριστικό σημείο της κατηγορίας της αρνήσεως, που εκφράζει την πραγματικότητα. Το νοούμενο είναι λοιπόν πράγμα καθ’ αυτό εφ’ όσον νοείται χωριστά από την εμφάνισή του, και όταν γίνη γνωστό, αποκτά την νοητή πραγματικότητά του. Συνεπώς ο Hegel με την εφαρμογή της κατηγορίας της αρνήσεως στο νοούμενο προσφέρει μια ικανοποιητική λύση στην προβληματική της καντιανής έννοιας του νοούμενου, επειδή η κατηγορία αυτή εκφράζει τον τρόπο της υπάρξεώς του.

Επετηρίδα

Λογική
Ιστορία της Φιλοσοφίας
Εγελιανή Φιλοσοφία
Γ.Φ. Χέγκελ
Immanuel Kant
Υπαρξιακή Οντολογία


1978-1979

Κείμενο/PDF

Ελληνική γλώσσα
Αγγλική γλώσσα



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.