Zur Bestimmung des οικείον-Begriffs bei Platon

 

Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ακαδημία Αθηνών

Αποθετήριο :
Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΚΕΕΦ)

δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-SA 4.0

Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Zur Bestimmung des οικείον-Begriffs bei Platon

Δημητρακόπουλος, Μιχάλης Φ.

Αντικείμενο της πραγματείας αποτελεί η ιστορικο-εξελικτική και συστηματική διερεύνηση και διακρίβωση του φιλοσοφικού νοήματος της έννοιας «οικείον» στον Πλάτωνα. Με προϋπόθεση μεθοδολογική την φιλοσοφική πεποίθηση, πρώτον, ότι ο Πλάτων δεν δημιουργεί — ή κατασκευάζει — κατ΄ ουσίαν νέους φιλοσοφικούς όρους αλλά προϋπάρχουσες συχνά σε άλλες περιοχές του επιστητού έννοιες (όπως άλλωστε το ίδιο συμβαίνει και με τον κλασσικό όρο: είδος-ιδέα) τις μετασχηματίζει κατά την χρήση τους χωρίς, κατά βάθος, να εξαφανίζωνται τα αρχέγονα ψήγματά τους· και, δεύτερον, ότι είναι εσφαλμένη η αντίληψη εκείνων — και είναι πολλοί — που πιστεύουν ότι οι πρωτοέννοιες των Προσωκρατικών χάνοντας την πρωταρχική υλικο-φυσική τους υπόσταση στον Πλάτωνα μετατρέπονται σε εξιδανικευμένες καθαρές μορφές υψηλής οντολογικής και μεταφυσικο-διαλεκτικής λειτουργίας (πρβλ. την έννοια της «μείξεως» και «κράσεως» που διαπραγματευόμεθα στην φρειβούργια διατριβή μας), χωρούμε σε μια βραχεία αναδρομική θεώρηση του εννοιολογικού σχηματισμού: «οικείον» από τους Προσωκρατικούς ως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και την Στοά Στο σημείο αυτό υποστηρίζουμε ότι η πρώτη υποτύπωση της στωϊκής θεωρίας της «οικειώσεως» θα πρέπη ίσως να αναζητηθή στην όλη περί έρω¬τος και αναμνήσεως θεωρία του Πλάτωνος (η ανάμνηση ως: οικείαν έτι ιαχή μην αναλαμβάνειν), στην οποία γίνεται λόγος και περί πρώτης «αλόγου ορμής» προς το αγαθόν — «πρώτη αίσθησις» στον Αριστοτέλη —, και όχι αποκλειστικά και μόνο στην ακαδημαϊκή-περιπατητική εκδοχή της θεωρίας αυτής από τον Θεόφραστο (Fr. Dirlmeier). Βεβαίως η προβληματική είναι εξαιρετικά δυσχερής και χρήζει ιδιαιτέρας πραγματεύσεως, η συμπερασματική, ωστόσο, απόφαση εξαρτάται οπωσδήποτε από τον καθορισμό της έννοιας «φύσει» τόσο στον Πλάτωνα όσο — και κυρίως — στους Στωικούς, δεδομένου ότι η έννοια «φύσις» προβάλλει μεν υπό την ζωική και υλικοφυσική της μορφή (ως «πνεύμα» και «πυρ») αλλά εμπεριέχει ουσιωδώς και απαραγνώριστα και το κατά λόγον ή ορθολογικό περιεχόμενο της (ακολούθως ή ομολογουμένως τη φύσει ζην). Σε ένα πρώτο στάδιο, λοιπόν, παρακολουθούμε τις σχέσεις του: «οικείον» προς το «συγγενές» και «προσφυές», προς όρους δηλ. οι οποίοι λόγω της ετυμολογικής των καταγωγής συνδέονται άμεσα και άρρηκτα με τις θεμελιώδους σημασίας έννοιες «φύσις», «φυή» και «γένεσις» που, και αυτές με την σειρά τους, παραπέμπουν φιλοσοφικά στη γενετική προποπηγή του: «οικείον» ως του εκ του: οίκος-οικία ορμωμένου (οικείον = το ονήκον στην οικία και προερχόμενο απ΄ αυτήν, το εμπρέπον φυσιολογικά στη δική του φυσική ρίζα ή φυσική του εστία). Οι «φύσει» συγγενείς και οικείοι λ.χ. (διάλογος Λύσις) μπορούν να θεμελιώσουν μιαν πραγματική και αληθινή ανάμεσά τους φιλία, γιατί ανακαλύπτουν στο «φίλον-οικείον» δηλ. «το αγαθόν», την φυσική (και τρόπον τινά «σπιτική») τους ή σύμφωνη με την αύθεντική ουσία της αυτοσυνειδησίας των φύση. Ως συνέχεια αυτής της πρώτης φάσεως συγκρίσεως του «οικείον» έρχεται η συγγένειά του προς το «όμοιον» από τη μια μεριά και το «αγαθόν» από την άλλη (αφετηρία αποτελεί ο διάλογος Λύαις, αλλά η έρευνα εκτείνεται σε όλο σχεδόν το πλατωνικό έργο). Εδώ πλέον το «οικείον» γίνεται ο εκφραστής ενός στον υπέρτατο βαθμό διαλεκτικού διάρματος, μιας πραγματικής διαλεκτικής συντάσεως, όπου ετερολογική διαλεκτική και φιλοσοφική μεθεξολογία κατά Πλάτωνα με όλο το Instrumentarium των κλασσικών πλατωνικών εννοιών (μέθεξις, μεταξύ, δεσμός, έρως, έτερον, εναντίον ανάμνησις, πρώτον φίλον, αγαθόν, ου ένεκα, πέρας—άπειρον, εν—πολλά κλπ.) προβάλλουν σε όλη τους τη μεγαλειώδη επικαιροποίηση και ενεργό όρμηση προς το «φύσει οικείον» και «αγαθόν». Το «οικείον» διαλεκτικοποιείται στο έπακρο μεθεκτικά, και, χωρίς να παύη την τελολογική και οντολογική λειτουργία του, οδηγεί φυσιολογικά στο τρίτο σκέλος της εργασίας: «οικείον» και «διαίρεσις». Η πλατωνική μέθοδος του κατ΄ είδη τέμνειν και διαιρείν που δεν είναι άλλη από την διακριτική και χωριστική τέχνη του «συγγενούς» από το «μη συγγενές» («αλλότριον») και του «κοινού» από το «οικείον» («ίδιον»), μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε τη διαλεκτική του Πλάτωνος ως μια τέχνη του οικείου και του μη οικείου, η οποία άγει καταληκτικά στη σύνοψη «οικειότητος» όλων των μαθημάτων ή γνωστικών αντικειμένων {Πολιτεία). Τέλος η τέταρτη φάση της πραγματείας επιλαμβάνεται του σπουδαιοτάτου προβλήματος των σχέσεων: «οικείον» και «παιδεία» και δια μέσου του εργώδους και πολυσήμαντου πλέγματος της δικαιοσύνης ως «οικειοπραγίας» — πάλι χαρακτηριστικώτατα ο έπακρος ρόλος του «οικείον» —, φέρει εις τας οικείας κινήσεις και την «οικείαν» τροφήν και παιδείαν των «μορίων» της ψυχής στο σύνολό της — γιατί μονάχα οικειοπραπραγούσα (και όχι πολύ- και αλλοτριοπραγμονούσα) μπορεί η ψυχή να εγγίση την απόλυτη ιδανική κατάσταση της εξομοιώσεως του «κατανοούντος» με το «κατανοούμενον», για να χρησιμοποιήσουμε την σε πολλά εγελιανή avant la lettre γλώσσα του πλατωνικού Τιμαίου. Και ολα μαζί αυτά τα στάδια της βραχείας ερεύνης μας δικαιώνουν την αρχική μας θέση: πως το «οικείον» στον Πλάτωνα δεν εξιδανικεύθηκε — όπως πολλοί πιστεύουν — από την πρώτη του προσωκρατική «φυσιολογία» σε καθαρή μεταφυσική και ηθικοδιαλεκτική οντολογία, αλλά εμπερικλείει οργανικά μέσα του πρωτοφυσικά και μεταφυσικά στοιχεία, δηλαδή τέτοια που συμπληρώνουν τα φυσικά της οικειότητος στοιχεία, αναδεικνύοντας έτσι το Μεταφυσικό σε πλήρη έγκυρη διάσταση και ηλήθεια του Φυσικού. Η επαναγωγή στο οικείον φύσει δεν σημαίνει κατά βάθος παρά μιαν εμμονή-ενύπαρκτη επανάκτηση του Φυσικού, πού είναι στην φύση και ουσία του απλώς μεταφυσικό, κάτι τέτοιο δηλ. που είναι φυσικό και «οικείον» του εαυτού του από τη φύση του, μια — κατ΄ οικειότητα — παράδοξη μείξη Φυσικομεταφυσικού, ως αληθώς και τελέως φυσικού Όλου, χωρίς καμμιά, τρόπον τινά, a priori μεταφυσικήν Οντολογία (κάπως περίπου έτσι θα πρέπει να νοήσουμε και την περίφημη φυσικότητα της Μεταφυσικής καί Διαλεκτικής του Κάντ καθώς και τον ιστορικής για τη γένεση των μετακαντιανών φιλοσοφικών συστημάτων σημασίας συσχετισμό ανάμεσα στη «Neigung» και την «Pflicht», τη «Vernunft» και τη «Sinnlichkeit» — ίδε σχετικά ύποσημ. 24). Πράγματι μονάχα μια φυσική «οικειότης» ή ένας φυσικός «δεσμός» θα μπορούσε να εξελιχθή και ολοκληρωθή σε μιά μεταφυσική οικειότητα, όπως εξ άλλου ένας μεταφυσικός, ηθικός δεσμός — ο φυσικός λ.χ. δεσμός της οικογένειας δεν είναι άπλως ούτε φυσικός ούτε μεταφυσικός (πρβλ. το αντικειμενικό πνεύμα της οικογενείας στον Hegel) αλλά και τα δύο, όπως το «οικείον» δεν είναι ούτε «ταυτόν» ούτε «έτερον» του οικείου αγαθού, αλλά «μεταξύ» και συγχρόνως «ου ένεκα» — θα ήταν δυνατόν ριζικά να βαθυνθή και οργανικά να καταστή στερεός και συμπαγής ή συμφυής με τη βοήθεια μόνον ενός φυσικού (υποστασιακού) δεσμού. Το ουράνιον φυτόν του Πλάτωνος που εχει τη ρίζα του (έγγειον φυτόν), και μ΄ αυτη τη θεμελίωσή του, δηλ. την απλή φύση του, στη μητέρα-γή (την οικιακή εστία), ενώ οι κλάδοι του-το ανώτερο δηλ. μέρος του σώματος, η κεφαλή, ο ηνίοχος- νούς του πλατωνικού Φαίδρου — τείνουν προς το «οικείον» και «συγγενές» του ουρανού (πρβλ. κινήσεις της «ψυχής του κόσμου» στον Τίμαιο»), θα μπορούσε πραγματικά να θεωρηθή ως το ευστοχώτερο και θειότερο σύμβολο των ιδιαζόντως χαρακτηριστικών διχαστικών και ταυτόχρονα ζευκτικών (δηλ. διαλεκτικών) ροπών που συγκατακλείονται στην παράδοξη έννοια του πλατωνικού: «οικείον». Τόσο αληθινά το «οικείον» διαρδεύει συμβολικά τον σύμπαντα κορμό της Πλάτωνος φιλοσοφίας.

Επετηρίδα

Ιστορία της Φιλοσοφίας
Πλατωνική Φιλοσοφία
οικείον
Πλάτων


1982

Κείμενο/PDF

Γερμανική γλώσσα
Ελληνική γλώσσα



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.