Με τη σειρά πινάκων Κόσμος, που φιλοτέχνησε η Ελένη Ζέρβα από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και για μια δεκαετία, περίπου, έφτασε την αφηρημένη της ζωγραφική σε μια ωριμότητα που χαρακτηριζόταν από αξιοσημείωτη λιτότητα, μάλλον ασυνήθη στο πλαίσιο της νεοελληνικής μεταπολεμικής τέχνης. Οι περισσότεροι Έλληνες καλλιτέχνες που στράφηκαν στην αφαίρεση εμπνεύστηκαν όπως ήταν επόμενο από τον αμερικανικό αφηρημένο εξπρεσιονισμό, αλλά και από το γαλλικό κίνημα του τασισμού (της λυρικής αφαίρεσης). Σε αυτά τα κινήματα, η χειρονομία και το πλούσιο, παστώδες χρώμα ήταν βασικά γνωρίσματα. Και η ίδια η Ζέρβα, ήδη από το 1960 και έως το 1968 κινήθηκε σε ανάλογο ύφος. Σταδιακά, όμως, φαίνεται πως επηρεάστηκε από τη ζωγραφική του χρωματικού πεδίου, μια τάση της αμερικανικής ζωγραφικής που αντιπροσώπευαν κατά βάση ο Mark Rothko, ο Barnett Newman και ο ελληνικής καταγωγής Θόδωρος Στάμος (Theodoros Stamos). Στους μνημειακούς, λιτούς καμβάδες τους, οι ζωγράφοι αυτοί δούλευαν μεγάλες μονόχρωμες επιφάνειες, μελετώντας (ιδίως ο Rothko) τη λειτουργία του χρώματος όταν τοποθετείται πάνω στον μουσαμά σε επάλληλες, λεπτές ζώνες. Αυτή την ιδέα φαίνεται να προσεγγίζει και εδώ η Ζέρβα: ο μεγάλος μονόχρωμος, σχεδόν, καμβάς, καλυμμένος με μαύρο χρώμα, τέμνεται από τρεις λωρίδες χρώματος που μόλις αχνοφέγγουν στα δεξιά: μια φαρδιά γκρίζα και δυο λεπτότερες, πράσινου και μπλε αντίστοιχα. «Εν αρχή ην το Χάος» αναφέρει ο Ησίοδος στη Θεογονία του. Ο Κόσμος της Ζέρβα μοιάζει να εικονοποιεί ακριβώς αυτό: το χάος στην αυγή της δημιουργίας. Η ζωγράφος κληροδότησε τον συγκεκριμένο πίνακα, όπως και άλλους της συλλογής, στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου, με τη μεσολάβηση της Εθνικής Πινακοθήκης, δείγμα του σεβασμού που έτρεφε προς αυτό και το έργο που επιτελεί στη Δωδεκάνησο.
(EL)