Ο πίνακας, που δουλεύεται ουσιαστικά με δύο μόλις χρώματα, σε μεγάλες μαύρες επιφάνειες που τέμνονται από λευκές ζώνες που δημιουργούν κάθετους και οριζόντιους άξονες, σηματοδοτεί τη μετάβαση της ζωγράφου Ελένης Ζέρβα (1917-1993) από μια ζωγραφική εκρηκτική, με έμφαση στη χειρονομία και τη χρήση πλούσιας χρωματικής ύλης, σε μια έκφραση πιο λιτή, που κινείται περισσότερο προς τη λογική του χρωματικού πεδίου. Ειδικότερα, ο καμβάς εδώ κυριαρχείται από το μαύρο. Το λευκό λειτουργεί σαν τεκτονική φόρμα, κόβοντας τον σκοτεινό πίνακα σχεδόν στη μέση, ενώ με άσπρο καλύπτεται και ολόκληρη η κάτω ζώνη. Επίσης, μικρές λευκές λεπτομέρειες, σε επιλεγμένα σημεία, λειτουργούν εξισορροπητικά στην εικόνα. Στο έργο, φυσικά, δεν υπάρχει ούτε θέμα ούτε αφήγηση. Το χρώμα χρησιμοποιείται σαν υλικό που ενεργοποιεί με τους συνδυασμούς του αλλά και με τον τρόπο που έχει τοποθετηθεί πάνω στην επιφάνεια του καμβά το ενδιαφέρον του θεατή. Η Ζέρβα, που γεννήθηκε στον Βόλο, έκανε μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Κώστα Ηλιάδη και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη μέσα από μια σειρά ταξιδιών της στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, η εργασία της καθορίστηκε από τη διάδοση και την διεθνή κυριαρχία της αφαίρεσης, και ειδικότερα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, ενός κινήματος που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την αυγή της δεκαετίας του 1950. Στην Ελλάδα, η αφηρημένη τέχνη άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλείς στους κύκλους των πρωτοποριακών καλλιτεχνών περί το 1960, όμως η δυναμική της ανασχέθηκε στα τέλη της δεκαετίας και ενώ στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η απριλιανή δικτατορία. Η ζωγράφος κληροδότησε τον συγκεκριμένο πίνακα, όπως και άλλους της συλλογής, στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου, με τη μεσολάβηση της Εθνικής Πινακοθήκης, δείγμα του σεβασμού που έτρεφε προς αυτό και το έργο που επιτελεί στη Δωδεκάνησο.
(EL)