use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Κάδος
(EL)
Kados
(EN)
Σχεδόν, ακέραια σωζόμενος κάδος, αποτελούμενος από αρκετά όστρακα που συγκολλούνται. Λείπει τμήμα του χείλους. Πηλός καστανός ανοιχτός με υπόλευκο αλείφωμα και στις δύο πλευρές. Βάση ευρεία, επίπεδη, κυκλική. Σώμα με πολύ ψηλά, σχετικά ευθεία τοιχώματα, απολήγει σε έξω νεύον, πλατύ, ελαφρά ανακαμπτώμενο χείλος. Στο κέντρο του σώματος διακρίνονται δύο αβαθείς κυματοειδείς, εμπλεκόμενες αυλακώσεις.
(EL)