use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Καρφί
(EL)
Nail
(EN)
Σιδερένιος ήλος, με θραυσμένο τμήμα του στελέχους του, το οποίο είναι τετράγωνης τομής με βαθμιαίο μειούμενο πάχος, κεφαλή μανιταρόσχημη,αρκετά οξειδωμένη.
(EL)