use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Οινοχόη
(EL)
Oinochoe
(EN)
Οινοχόη. Συγκολλημένη. Σώμα σφαιρικό. Λαιμός ψηλός. Κάθετη λαβή που φύεται από την μέγιστη διάμετρο και καταλήγει στο χείλος χωρίς να το ξεπερνά σε ύψος. Βάση επίπεδη.
(EL)