Ομοίωμα πλοιαρίου. ΥΕ ΙΙΙ Α-Β (14ος-13ος αι. π.Χ.) Μυκήνες (θαλαμωτός τάφος 79). Πηλός καστανόχρωμος: Ίχνη εξίτηλης, μελανής βαφής, αρχικά ολόβαφο. Σχεδόν ακέραιο, συμπληρωμένο στο ένα υπερυψωμένο άκρο και αποκεκρουμένο σε τμήμα του άλλου. Ιζήματα κατά τόπους.
Το ατρακτόσχημο πλοιάριο είναι χειροποίητο από ένα τεμάχιο πηλού. Δεν αποδίδονται λεπτομέρειες πλην των υπερυψωμένων άκρων και των δύο κυλίνδρων πηλού στο εσωτερικό ως πάγκων καθισμάτων, των εδράνων ή ζυγών των ερετών.
Βρέθηκε πλησίον πήλινου συμπλέγματος τριών μορφών, δύο γυναικείων τύπου Φ και μιας παιδικής, και πιθανόν αποτελούσαν από κοινού κτερίσματα παιδικής ταφής. Το ομοίωμα αποδίδει ευσύνοπτα τον τύπο του εμπορικού «στρογγυλού» πλοίου της αρχαιότητας με σκαρί κατασκευασμένο με υποτυπώδη καρένα και αραιά τοποθετημένους ή καθόλου τους νομείς του σκελετού, όπως είναι γνωστό από το ναυάγιο των Ιρίων στην Αργολίδα.
Πήλινα πλοιάρια της Μυκηναϊκής Εποχής έχουν βρεθεί σε παράκτιους οικισμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά και σπανιότερα σε νεκροταφεία. Τέτοια ταφικά κτερίσματα ήσαν συνηθισμένα στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία όπου συμβόλιζαν το ταξίδι του νεκρού στο υπερπέραν, ως μεταφορικά μέσα ικανά να διασχίσουν τα υπόγεια ύδατα. Οι στενές σχέσεις του Μυκηναϊκού κόσμου με τους πολιτισμούς αυτούς δεν αποκλείει την πιθανή επιρροή στις θρησκευτικές αντιλήψεις.
Στην τέχνη του προϊστορικού Αιγαίου, οι συχνές απεικονίσεις πλοίων σε διακοσμητικές επιφάνειες αγγείων και σφραγίδων, αλλά και τα πολυάριθμα ομοιώματα από μόλυβδο, λίθο και πηλό σε όλη την Εποχή του Χαλκού απηχούν την ανεπτυγμένη ναυσιπλοΐα, μέσο του υπερπόντιου εμπορίου και της πειρατείας.
Σχετικά Βλ. Σακελλαρίου ? Ξενάκη 1985, 220, 222, πιν.104, French 1971, 173-174, Βήχος 1998, 42-43, Δαβάρας 1984, 72-75, Gray 1974, G41, G45, Delivorias 1987, 142-157.
(EL)