use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Στενοσκέπαρνο
(EL)
Στενοσκέπαρνο. Μικρό δίστομο σκεπάρνι για να ανοίγουν τρύπες στο ξύλο. Πιθανό να χρησιμοποιούταν και από τον μαραγκό και τον βαρελά. Έχει πλούσια εγχάρακτη διακόσμηση σε όλες τις πλευρές.
(EL)
Εξοπλισμός βιοτεχνικός, εργαστηριακός και οικοτεχνικός
(EL)