use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Αρύβαλλος
(EL)
Aryballos
(EN)
Απιόσχημος αρύβαλλος, κορινθιακός. Βάση επίπεδη, σώμα απιόσχημο, λαιμός κυλινδρικός, πλατύ περιχείλωμα, λαβή κάθετη, καμπύλη από τον ώμο στο στόμιο. 7ος αι. π.Χ.
(EL)