use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Ασκός
(EL)
Askos
(EN)
Ασκός Υστεροελλαδικής ΙΙΙΑ περιόδου (;) (14ος αι. π.Χ.). Ακέραιος, με επιφανειακό ίζημα κατά τόπους. Πηλός τεφρός με προσμίξεις. Βάση δακτυλιόσχημη, σώμα πεπιεσμένο σφαιρικό (σχεδόν αμφίκυρτο). Μεταβαίνει πάνω σε υψηλή προχοή που υψώνεται λοξά και απολήγει σε δακτυλιόσχημο χείλος. Από τη βάση του λαιμού εκφύεται ταινιωτή λαβή που καταλήγει στον ώμο. Αγγείο ακόσμητο και στιλβωμένο.
(EL)