use the files or the thumbnails according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Οινοχόη
(EL)
Oinochoe
(EN)
Οινοχόη, συγκολλημένη και συμπληρωμένη. Πηλός λεπτόκοκκος, ακάθαρτος, πορτοκαλόχρωμος. Ολόβαφο. Ανομοιομέρεια στο χρώμα της βαφής οφείλεται σε κακές συνθήκες όπτησης. Φέρει δύο οριζόντιες εγχάρακτες γύρω από το στόμιο.
(EL)