Η ιστορία των καλλιτεχνικών κινημάτων της «ρωσικής πρωτοπορίας» οριοθετείται κατά προσέγγιση στα χρόνια ανάμεσα στο 1910 και το 1930. Στα χρόνια αυτά μεσολαβεί η επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 και η αλλαγή του πολιτικού συστήματος στη Ρωσία. Από τις αρχές του 20ου αιώνα στη Ρωσία διαμορφώθηκαν ορισμένες προϋποθέσεις υλικές, κοινωνικές και αισθητικές που κατέστησαν εύφορο το έδαφος για τη δημιουργία και ανάπτυξη πειραματικών καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων. Οι υλικές προϋποθέσεις αφορούσαν τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα (τηλέφωνο, τηλέγραφος, κινηματογράφος, αεροπλάνο κ.α.), τον εξηλεκτρισμό, την εκβιομηχάνιση, τον νέο αστικό χωροταξικό σχεδιασμό. Οι κοινωνικές προϋποθέσεις αφορούσαν την δηλωμένη από το 1905 λαϊκή επιθυμία για κοινωνικές αλλαγές λόγω της ανυπαρξίας εργατικού δικαίου και της συνεχιζόμενης φεουδαρχικής κατάστασης στην αγροτική οικονομία. Η κοινωνική δυσαρέσκεια εξαπλώθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα μετά την ήττα της Ρωσίας στον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο του 1905 και κυρίως μετά την μεγάλη οικονομική και διοικητική κρίση που ξέσπασε λόγω του ανοιχτού μετώπου στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η παρακμή στην οποία είχε οδηγηθεί η παλαιότερη τέχνη σε συνδυασμό με την επαναστατική νοοτροπία που είχε καταλάβει τα ρωσικά κοινωνικά στρώματα οδήγησαν στην αναζήτηση νέων μορφών τέχνης, συχνά μέσα από τη λαϊκή παράδοση, την αγιογραφία, την παιδική ζωγραφιά. Η επικράτηση της μορφής έναντι του περιεχομένου έγινε βασική αρχή των νέων πειραματισμών, εκδηλώθηκε θεωρητικά με τον φορμαλισμό και οδήγησε στην άνθηση όλων των τεχνών. Εκτός από τις εικαστικές τέχνες, μιλούμε για πρωτοπορία στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την λογοτεχνία, τη μουσική. Συναντούμε επίσης την εφαρμογή της κάθε μορφής ριζοσπαστικής καλλιτεχνικής έκφρασης στην καθημερινή ζωή. Οι καλλιτέχνες της πρωτοπορίας σχεδίαζαν θεατρικά κοστούμια και σκηνικά, εξέδρες για λαϊκές συγκεντρώσεις, υφάσματα και στολές εργασίας, οικιακά σκεύη, είδη καθημερινής χρήσης, με σκοπό να φέρουν την τέχνη στη ζωή, να καταργήσουν τις αστικές διακρίσεις. Μετά το 1917 ιδρύθηκαν νέοι θεσμοί και ιδρύματα που υποστήριζαν την τέχνη της πρωτοπορίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 άρχισε να σκληραίνει σταδιακά η στάση του καθεστώτος απέναντι στα κινήματα και τους εκπροσώπους της πρωτοπορίας, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική επιβολή το 1934 του δόγματος του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και την καταδίκη της πρωτοποριακής τέχνης από το σταλινισμό, μία καταδίκη που συνδέθηκε στις περισσότερες περιπτώσεις με προσωπικές διώξεις εναντίον των καλλιτεχνών και με απαγόρευση έκθεσης των έργων τους.
Το 1919, ο Ιβάν Κουντριασόφ γράφτηκε στα δεύτερα Κρατικά Ελεύθερα Καλλιτεχνικά Εργαστήρια και παρακολούθησε μαθηματα στο εργαστήριο του Μαλέβιτς. Την ίδια χρονιά στάλθηκε από το Λαϊκό Κομισαριάτο στο Ορενμπούργκ για να αναλάβει τη διοργάνωση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στην πόλη.
Η δραστηριότητα του Κουντριασόφ σε αυτό το επαρχιακό κέντρο είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση ενός νέου παραρτήματος του Ούνοβις. Στη συλλογή του Γ. Κωστάκη διασώθηκε μια σπάνια φωτογραφία από την έκθεση των μελών του Ούνοβις του Ορενμπούργκ. Εκτός από τον Κουντριασόφ, στην ένωση είχαν προσχωρήσει η ζωγράφος Ν.Ι. Τιμοφέγιεβα -μελλοντική σύζυγός του- και ο ζωγράφος Σ.Ι. Κάλμικοφ. Στην έκθεση αυτή ο Κουντριασόφ παρουσίασε τα σχέδια των διακοσμητικών τοιχογραφιών του Πρώτου Καλοκαιρινού Θεάτρου του Κόκκινου Στρατού του Ορενμπούργκ, όπου ο καλλιτέχνης έδειξε τη μεγάλη του μαεστρία στη χρήση της γεωμετρικής αφαίρεσης.
Η καθαρή, διακοσμητική όψη των τοιχογραφιών αντανακλούσε ένα από τα βασικά γνωρίσματα του σουπρεματισμού, δηλαδή τις υφολογικές δυνατότητες υλοιποίησής του σε μεγάλα μνημειώδη έργα, σε ολόκληρα συγκροτήματα. Ο Μαλέβιτς εκτιμούσε ιδιαίτερα τα σχέδια των διακοσμητικών τοιχογραφιών του Κουντριασόφ, τα οποία μάλιστα συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση του Ούνοβις που έγινε το Δεκέμβριο του 1921 στο Ινστιτούτο Καλλιτεχνικής Παιδείας στη Μόσχα. Ο ίδιος ο Κουντριασόφ είχε περάσει το καλοκαίρι του στο Σμολένσκ και επέστρεψε στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1921, όπου και έμεινε για μερικούς μήνες.
(EL)