Απρίλης του 1826. Ξημέρωνε τ’ Αγιωργιού, χρονιάρα μέρα και πολύ στενά δεμένη με τη χριστιανική ζωή και την Ελληνική παράδοση. Όλοι οι Έλληνες κάτω από τον χαρούμενο πέπλο της εύρησκαν όλο το θάρρος και την ηθικήν δύναμη ν’ αγωνιστούνε για την εκπλήρωση των μεγάλων πόθων και ονείρων που με ιερό πάθος κατόρθωναν να διατηρούνε άσβυστο στις τόσο δύσκολες στιγμές που περνούσαν. Οι Αρκουδορεμματίτες πούσαν άνθρωποι με βαθειές θρησκευτικές αρχές ποτέ τους δεν ξέχασαν τις τόσο όμορφες εθνικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Αντίθετα αποφάσισαν ανήμερα τ’ Αγιώργη στα Μπιραίικα και στον αυλόγυρο της εκκλησιάς να ψήσουνε, σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα, τον περίφημο Αγιωργίτη. Τα καραούλια τους άγρυπνα θα παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Τούρκων και Αράβων του Μπραήμη στα μεγάλα Κάστρα του Νιόκαστρου και της Μεθώνης και πολύ έγκαιρα θα τους ειδοποιούσανε για κάνα ξαφνικό γιουρούσι, που μπορούσανε να κάνουμε στο Αβαρνιτσιώτικο οροπέδιο. Και ενώ όλοι τους εχαίροντο την Μεγάλη γιορτή έφθαναν και τα θλιβερά μαντάτα που τους έκαναν να λυπηθούνε και να χάνουνε τον ενθουσιασμό τους. Το τόσο δοξασμένο Μεσολόγγι έπεφτε στα χέρια του Μπράημη και ο ίδιος με το στρατό του λεηλατούσε τώρα τις πόλεις και τα χωριά της Αχαΐας, ενώ τους πολυάριθμους αιχμαλώτους που έπιασε στην Ιερή Πόλη τους προωθούσε με στρατιωτική συνοδεία στα μεγάλα κάστρα της Μεθώνης και του Νιόκαστρου για να τους πουλήσει στις αγορές τους σαν σκλάβους. Άστραψαν από οργή και άσβυστο μίσος τα μάτια όλων των Αγωνιστών και όλοι τους ορκίστηκαν εκδίκηση. Ο αγγελιοφόρος κοντά στ’ άλλα νέα τους είπε ότι είναι απεσταλμένος από τους Έλληνες της Τριφυλλίας για να τους γνωρίσει πως μια μεγάλη φάλαγγα αιχμαλώτων από παιδιά, γυναίκες και άνδρες κάθε ηλικίας προχωρούσε από τα Φιλιατρά για το Νιόκαστρο και αν μπορούσαν με στρατιωτική τους παρέμβαση να τους ελευθερώσουν. Ο αρχηγός διέταξε στρατιωτική κινητοποίηση όλων των δυνάμεων. Στην επιχείρηση αυτή θα έπαιρνε μέρος για πρώτη φορά μια ομάδα ιππέων που είχε σχηματισθή από αραβικά άλογα πούχαν πάρει από άλλες παρόμοιες στρατιωτικές επεμβάσεις. Διακόσιοι πενήντα Αρκουδορεμματίτες ξεκίνησαν να πάρουν τον δρόμο προς τη Γιάλοβα. Την τελευταία στιγμή φέρανε στον αρχηγό την ψημένη πλάτη του Αγιωργίτη. Εκείνος γρήγορα την ξεσπίνησε και με προσοχή κοίταξε την πλάτη. Οι άλλοι αξιωματικοί και στρατιώτες τον παρακολουθούσαν για να μαντέψουνε τι λένε οι άγραφοι νόμοι της οιωνοσκοπίας. Ένα πλατύ χαμόγελο σκέπασε τα πρόσωπά του. Η πλάτη του ψημένου Αγιωργίτη έλεγε πως θα νικούσαν τον άπιστο τύραννο και θα πετύχαιναν το σκοπό τους. Φθάσανε στη Γιάλοβα και από κει πήρανε το δρόμο για το Οσμάναγα και τη Χώρα. Εκεί σταμάτησαν για να ξεκουραστούν και να πάρουνε πληροφορίες για τις κινήσεις της φάλαγγας των Ελλήνων αιχμαλώτων. Το πρωί ξεκίνησαν από τους Γαργαλιάνους -έλεγαν οι πληροφορίες- με μια ισχυρή συνοδεία Τούρκων και Αράβων ιππέων. Μπροστά πηγαίνουν Τούρκοι ιππείς, στα πλάγια των Ελλήνων Τούρκοι και Άραβες πεζοί και πίσω κλείνουν την φάλαγγα Τούρκοι και Άραβες ιππείς. Συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να συζητούνε που και πως θα χτυπούσαν τους Τούρκους για να λευτερώσουν τους Μεσολογγίτες. Στο μεγάλο ρέμμα, λίγο έξω από τη Χώρα -τους είπαν- εκεί ο τόπο είναι ότι πρέπει για τη χωσιά (ενέδρα). Αρκεί να πιαστούνε καλές θέσεις. ΤΟ έδαφος είναι ανώμαλο με πολλά απότομα υψώματα και το ιππικό δε μπορεί να δράση σε βάρος μας. Ξεκίνησαν να καταλάβουνε τη θέση. Άνδρες ψημένοι στη φωτιά το πολέμου, βετεράνοι σε τέτοιου είδους συγκρούσεις με υψηλό ηθικό και υπεράνω όλων αποφασισμένοι να πεθάνουν στο πεδίο της τιμής. Πιάσανε τις θέσεις εκείνες που θα τους επέτρεπαν να έχουν κάτω από τον έλεγχό τους ολόκληρη τη Τουρκική δύναμη. Θάφηναν να πέση ολόκληρη η φάλαγγα μέσα στο ρέμμα, με δύναμη θα κτυπούσαν το κεφάλι της φάλαγγας για να ανοίξη ο δρόμος για τους αιχμαλώτους με πεζούς και καβαλαρέους. Για τους Τούρκους πούταν στα πλάγια δεν πολυσκοτίσθηκαν, αυτούς θα τους έπαιρναν σβάρνα οι ίδιοι οι αιχμάλωτοι όταν θ’ άρχιζε το πανηγύρι του θανάτου. Την οπισθοφυλακή θα την καθήλωναν με το πεζικό εκεί που δεν μπορούσαν να δράσουν οι ιππείς με σχηματισμούς πυκνής τάξης. Υπελόγιζαν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και στις δικές τους πολεμικές ικανότητες. Στο Γιώργη Τσαρπάλα ανέθεσαν να χτυπήση το κεφάλι της φάλαγγας και να χρησιμοποιήση και την ομάδα των ιππέων του. Στα Δερβενάκια είχε διακριθεί για την πολεμική του δραστηριότητα και ο αρχιστράτηγος Κολοκοτρώνης τον είχε ονομάσει «Άρχοντα του σπαθιού». Την οπισθοφυλακή την ανέλαβε ο ίδιος ο Αρχηγός, Αδάμης Κορέλλας, με τη σωματοφυλακή του. Δυο ώρες πριν από το μεσημέρι, ένα μεγάλο σύννεφο από σκόνη έδειχνε τη θέση που εκινείτο η φάλαγγα η οποία και δεν άργησε να φθάση στη ρεμματιά στην οποία και άρχισε σιγά – σιγά να μπαίνει χωρίς να φαίνεται τίποτα απ΄ ότι θα επακολουθούσε. Όταν εγκλωβίστηκε ολόκληρη η φάλαγγα και οι πρώτοι Τουρκάραβες ιππείς άρχισαν να ανηφορίζουνε προς τη Χώρα, μια ομοβροντία όπλων ακούστηκε και κατόπιν πολεμικές ιαχές, αντάρα, φωνές, κακό … βροντήξανε τα τουφέκια και λάμψανε τα σπαθιά και γιαταγάνια … μπλεχτήκαν οι λευκές φουστανέλλες με τα Τούρκικα σαρίκια και τις Αιγυπτιακές κελεμπίες … κορμιά αιμόφυρτα κύλησαν στο ρέμμα του μικρού ποταμιού και τ’ άλογα άρχισαν να τρέχουνε χωρίς τους αναβάτες τους. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε απόλυτα και το σπάσιμο των αραβικών δυνάμεων έγινε κάτω από την πίεση των Ελληνικών όπλων και του όγκου των αιχμαλώτων που και κείνοι άλλοτε θαυμάσιοι πολεμιστές γνωρίζανε να εκμεταλλεύονται καλά κάτι τέτοιου είδους περιπτώσεις. Οι Άραβες άρχισαν να παραδίδονται. Ένας γεροδεμένος Τουρκαλάς που βρησκότανε στο κεφάλι της φάλαγγας, αφού πρόβαλλε γερή αντίσταση βλέποντας ότι όλα είχαν χαθή γι’ αυτούς, έστριψε τ’ άλογό του σ’ ένα μικρό παραδρομάκι και αφού βγήκε στο μεγάλο δρόμο, άρχισε αμέσως να καλπάζει για το Νιόκαστρο. Οι Έλληνες τον είδανε και ο Γιώργης Τσαρπάλας άρχισε να τον καταδιώκει με το αράπικο άλογό του. Ο Τσαρπάλας γνώριζε πολύ καλά το δρόμο, πήρε ένα μικρό παραδρομάκι, κέρδισε απόσταση και πλησίασε τον Τουρκαλά. Τράβηξε τις πιστόλες του και έριξε του Τουρκαλά πολλές φορές. Τράβηξε τις πιστόλες του και έριξε του Τουρκαλά πολλές φορές. Τα βόλια αστοχούσαν και ο Τσαρπάλας γεμάτος θυμό δεν ήξερε που να αποδώσει την αποτυχία του. Σε ένα μικρό πλάτωμα πλησίασαν πολύ κοντά. Ο Τουρκαλάς έβλεπε την επιμονή του αντιπάλου του και αποφάσισε να μονομαχίση μαζί του. Τράβηξε το μακρύ γιαταγάνι του, ορθώθηκαν στα πισινά τους πόδια και πολύ δυνατά άρχισαν να χρεμετίζουνε, λες και εκείνα ακολουθούσαν στην πάλη τους αναβάτες τους. Τα σπαθιά τρίξανε πολλές φορές μα κανένας τους δεν πληγώθηκε. Τ’ άλογα απότομα γύρισαν τα πισινά τους και έτσι χώρισαν τους αναβάτες τους, στη στροφή πούκαναν πήδησε ο Τσαρπάλας στη γη, αλλά και ο Τουρκαλάς το ίδιο έκανε. Μέριασαν τ’ άλογα και οι αντίπαλοι μανιασμένοι όρμησαν τώρα ο ένας στον άλλον. Αν δεν σε σκοτώσανε τα βόλια μου, τώρα δεν θα γλυτώσεις από το γιαταγάνι μου, είπε σε άπταιστα Τουρκικά ο Γιώργης στον Τουρκαλά. Είσαι γενναίος και πρέπει να ζήσεις, αξίζει να ζήσεις γιατί είσαι γενναίος, είπε ο Τουρκαλάς Ελληνικά στο Γιώργη. Φθάσανε σε κοντινή απόσταση. Τα χέρια τους σαν σιδερένιες τανάλιες πέσανε πάνω στα σώματά τους. Ο Γιώργης προσπαθούσε να ρίξη τον Τουρκαλά κάτω και ο Τουρκαλάς προσπαθούσε να εξουδετερώσει τις επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου του. Βρε συ Έλληνα δεν μπορείς να με σκοτώσης , όσο και αν το θέλεις, όσο και αν προσπαθείς, πάνω έχω το φυλακτό μου της μάνας μου, που με φυλάει από τα βόλια σου και τα σπάθια σου … αν θες σταμάτα, θα σου το χαρίσω … ναι, θα σου το χαρίσω γιατί είσαι γενναίος και πρέπει να ζήσης από τη συφορά του πολέμου. Μέριασαν τα σπαθιά, τα βάλανε στις θήκες τους. Ο Τουρκαλάς έβαλε το χέρι του στον κόρφο του και τράβηξε με δύναμη ένα χρυσοκέντητο φυλαχτό που κρεμότανε σε μια χρυσή αλυσίδα. Πάρτο, του λέει, για να με θυμάσαι, ποιος ξέρει κάποτε μπορεί να συναντηθούμε κάτω από καλύτερες συνθήκες και όχι σαν αυτές που ζήσαμε οι δυο μας. Ο Γιώργης άπλωσε το χέρι του, πήρε το χρυσοκέντητο φυλαχτό και σαν γνήσιος Έλληνας πολεμιστής του λέει: Σ’ ευχαριστώ για τα λόγια σου και το δώρο σου, τώρα καβάλα και φύγε γρήγορα για τα Κάστρα του Νιόκαστρου και της Μεθώνης. Εγώ θα γυρίσω πίσω στους δικούς μου, όπως βλέπεις είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε αν δεν αποκτήσουμε τη λευτεριά μας. Ο Γιώργης ξαναγύρισε κοντά στους άλλους Αρκουδορεματτίτες που με ανυπομονησία τον ρώτησαν: Τί τον έκανες τον Τουρκαλά; αυτόν τον παλληκαρά; Λακωνικά εκείνος τους απάντησε για να τους ικανοποιήσει: Τον κλάδεψα. Τα χρόνια πέρασαν. Η Ελλάδα έγινε ελεύθερη και ανεξάρτητη. Ο Γιώργης Τσαρπάλας εγκαταστάθηκε στου Κυνηγού και στην τοποθεσία «Στρογγυλό» μαζί με την οικογένειά του και τους υπόλοιπους συγγενείς του. Βετεράνος του πολέμου και γνήσιος αγωνιστής του ’21 κράτησε τις χριστιανικές αρχές και τις Ελληνικές παραδόσεις μέχρι το τέλος της ζωής του. Κάθε χρόνο ανήμερα τ’ Αγιωργιού καλούσε στο μαντρί του τους συμπολίτες του να ψήσουνε τον Αγιωργίτη να χαρούνε τη γιορτή και τα παλιά να θυμηθούνε. Τραγουδούσαν, χόρευαν, γλεντούσαν και ξανασυζητούσαν τα παλιά τους μεγαλεία. Ο Γιώργης με ιδιαίτερη χαρά τους εδιηγείτο το γεγονός του φυλαχτού του Τουρκαλά. Στα 1832 ο πρώτος Βασιλιάς της Ελλάδας Όθωνας ο Α΄ του απένειμε δίπλωμα με παράσημα για τη συμμετοχή του και τη συμβολή του στους αγώνες τους Έ
(EL)