use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
Ανάρρηχο = το ζούδιο, το ριζικό, η τύχη: τόχει το ανάρρειχό μου - το οποίο είναι ανάρρειχο
(EL)
Νεστορίδης, Κ.
Ανάρρηχο = το ζούδιο, το ριζικό, η τύχη: τόχει το ανάρρειχό μου - το οποίο είναι ανάρρειχο. Εν Κυθήροις ανάρρηχο ήται η σκιά των νεκρών περιφερομένη.
(EL)