Στοιχειώνω το σπίτι εστοιχειωσε = εστερεώθη , γίνομαι στοιχειό, στοιχειωμένος = στερεωμένος, μέγας – σπίτι στοιχειωμένο = όταν κτεζομένου φονευθή κτίστης τς.
institution
Academy of Athens
collection
Archives of Proverbs and Popular Legends of the Hellenic Folklore Research Centre, Academy of Athens