δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης : CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
Όταν γεννηθ’κε ο Χριστός στ’ μαγιαδούρα, είχε πέσ’ χιόν’ και τρεμόνταν
(EL)
Ο Χριστός και ο τσομπάν'ς
(EL)
Φλωράκης, Αλέκος Ε.
Γιαγιάς, Ανδρέας
Δελατόλας, Στεφανής
Όταν γεννηθ’κε ο Χριστός στ’ μαγιαδούρα, είχε πέσ’ χιόν’ και τρεμόνταν. Πήγε λοιπόν ο Ιωσήφ σε κατ’ τσομπάνηδες πιο κει να θερμαστεί κ’ είχαν σ’ ένα σπίτ’ δυο σκυλιά για φύλαξ’. Αλλά ούτε γαύλιζαν τα σκυλιά, ούτε δαγκώναν, παρά έσκυψαν μόλ’ς μπήκε. Πάει, που λες, στ’ φωτιά και με τα χέρια τ’ τνε πήρε, για να πάει να ζεστάν’ το Χριστό και δεν καιγόνταν. Ο τσομπάν’ς ξύπνησε λέει, «Ποιος είναι; Τι;». Είχε το τ’φέκ εκεί – γκράδες είχαν τότε – αλλά βλέπ’ έναν άνθρωπο κ’ ήβαλε τα χέρια τ’ μες στ’ φωτιά και τ’ν εβάστα. «Βρε», λέει, «απόψε ούτ’ η φωτιά καίει, ούτε τα σκυλιά γαυλίζουν. Κάτ’ τρέχ’». «Έτσι κι έτσ’», λέει «έλα να δεις». Εθαύμασε. Είχαν βέβαια ακουστά ότι θα να ρθ’ ο Χριστός. Πήγε λοιπόν, είδε το Χριστό π’ δεν είχε σκέπασμα – για να δείξ΄ ταπεινοφροσύν’, απλότητα – λέει, «Στάσου». Πήγε πίσω και πήρε δυο λανάτες και τον σκέπασε. Κι έτσ’ τον ευλόγησ’ ο Χριστός, γι’ αυτό ‘ναι ευλογημένα τα πρόβατα και πάνε εκ δεξιών, ενώ τα ρίφια πάνε εξ εδεμωνύμων. [Η μανιαδούρα= αχεριώνας, τρεμόνταν= κρύωνε, έτρεμε απ’ το κρύο, θερμαστεί= να ζεσταθεί στη φωτιά, λανάτες= δέρματα προβάτων, εξ εδεμωνύμων= εννοεί εξ ευωνύμων]
(EL)
*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.