Αποτελείται από έναν κωνικό αυλό. Το επιστόμιό του βρίσκεται στην κορυφή του οργάνου και είναι με διπλή γλωττίδα. Υπάρχουν επτά τρύπες δαχτυλοθεσίας κατά μήκος του οργάνου και μια τρύπα στο πίσω μέρος για τον αντίχειρα. Επιπλέον, προσφέρονται στο κωνικό ηχείο επτά τρύπες, οι οποίες ευνοούν τη δημιουργία ισοκρατήματος.
(EL)
Αερόφωνο μουσικό όργανο. Ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων. Η ονομασία του έχει περσική προέλευση. Προέρχεται από τη λέξη surney, όπου sur σημαίνει γιορτή, και ney σωλήνας. Συναντάται στη μουσική παράδοση της Νότιας Ευρώπης και Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας, όπως Αζερμπαϊτζάν, Κροατία, Αρμενία, Τουρκία, Ιράκ, Ελλάδα, Ασσυρία, Ιράν, Αλβανία, Κόσσοβο, Βοσνία. Ως ελληνικό παραδοσιακό μουσικό όργανο, συναντάται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας. Εντοπίζεται σε διάφορα μεγέθη, από 22 μέχρι 60 εκατοστά. Τα μικρότερα σε μήκος μουσικά όργανα συναντώνται στη Ρούμελη και τον Μωριά, ενώ τα μεγαλύτερα στην Μακεδονία. Η κατασκευή των σύγχρονων μουσικών οργάνων περιορίζεται στο ξύλο ως υλικό κατασκευής, ενώ εντοπίζονται παλαιότερα όργανα με υλικό κατασκευής κόκαλα ζώων ή πηλό. Κάθε ζουρνάς αποτελείται από τρία μέρη: τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη, και το κανέλι με την τσαμπούνα. Στο κάτω μέρος του οργάνου παρατηρούνται επιπλέον τρύπες, οι οποίες δε χρησιμοποιούνται, αλλά συντελούν στη διαμόρφωση ηχοχρώματος. Σε περίπτωση χρήσης τους υπάρχει διαστηματική αλλοίωση. Οι τρύπες αυτές διαφέρουν αριθμητικά σε κάθε όργανο. Υπάρχουν περιπτώσεις οργάνων με επτά ή δέκα τρύπες στο κάτω μέρος του οργάνου. Έχει ιδιαίτερα οξύ και χαρακτηριστικό ήχο. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές της στεριανής μουσικής παράδοσης. Συνοδεύεται από νταούλι και συναντάται ως ζυγία είτε ένας ζουρνάς με νταούλι είτε δυο ζουρνάδες με νταούλι, με τον έναν εκ των δυο να κρατάει ισοκράτημα.
(EL)