use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC 4.0
Attribution-NonCommercial
Όλπη
(EL)
Olpe
(EN)
Μη ακέραιη, συγκολλημένη στη λαβή, όλπη. Έχει βάση δακτυλιόσχημη, επίπεδη στον πυθμένα, με έναν τόρο μεταξύ βάσης και σώματος. Το σώμα είναι απιόσχημο, στο ύψος του ώμου φύεται ταινιωτή λαβή, εξηρημένη, ο λαιμός στενεύει ελαφρώς με χείλος (όσο διασώζεται) έξω νεύον. Είναι μελαμβαφής και κατά τόπους φέρει ίχνη άνισης όπτησης, καστανέρυθρα. Φέρει αρκετές απολεπίσεις στην εξωτερική της επιφάνεια.
(EL)