Κατά την 21ην Μαρτίου 1821 ο Κίτσος εκ Χόβολης, ο Παναγιώτης Βλάντης, ο Σταθάς και Πανόπουλος συνοδεύοντες τους Τούρκους Ασήμαγαν και Ομέραγά Μουκαπελαντσίδες διαμένοντας εις τα χωρία Δρυμόν, Κλείτορα τα οποία ήσαν ιδιοκτησίας των και περνώντας από το Σωποτό εις θέσιν Ανάγυρος (αύτη η θέσις ευρίσκεται περί τα 500 μέτρα έξωθι και βορείως της Χόβολης) τους εφόνευσαν.ν. Έκτισαν οικίας όπου έκαστος είχεν το κτήμα του και ούτω δικαιολογείται η μεγάλη διασπορά και των σήμερον κατοικιών του χωριού. Εγκαταστεθέντων μονίμως των εξ Αροανίας προερχομένωνγεωργών και κτηνοτρόφων εδημιουργήθη νέον χωρίον το οποίον απετέλεσε ιδίαν Κοινότητα υπό το όνομα Χόβολη. Η ονομασία Χόβολη είναι άγνωστον εκ ποίας αιτίας εδόθη. Πιστεύεται ότι εδόθη α) εκ του θερμού κλίματος της περιοχής εν συγκρίσει με το της Αροανίας το οποίον είναι αρκετά ψυχρόν και β) διότι και υπό του Ιμβραήμ πασά εκάη (εκάησαν αι ολίγαι καλύβαι) διότι ούτος αποπειραθείς να ανέλθη μέσω Χόβολης εις Αροανίαν απεκρούσθη δις εις θέσιν Ταμπούρια υπό των Σωποτινών και των εν Χοβόλη διαμενόντων ποιμένων και ηναγκάσθη να οπισθοχωρήση και κατά την οπισθοχώρησίν του να καύση τας καλύβας. Και διότι πάλιν είχεν καεί κατ' άγνωστον χρόνον μεταβληθείσης της περιοχής εις Χόβολην (ανθρακιάν).