use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
Μια φορά ήκουσενε η Κατσουροπούλα τη νύχτα κ’ επαίζασι λιανοπαίχνιδα, λέει, έρχονται οι Φιλωτίτες να χορέψουσι ‘ς το Δανακό, κ’ επερίμενε να ‘ρθουσι
(EL)
Ήμελλος, Στέφανος Δ.
Χάλκου, Μαρίνα
Μια φορά ήκουσενε η Κατσουροπούλα τη νύχτα κ’ επαίζασι λιανοπαίχνιδα, λέει, έρχονται οι Φιλωτίτες να χορέψουσι ‘ς το Δανακό, κ’ επερίμενε να ‘ρθουσι. Και bροβαίνει η Παναγία ‘ς τη βρύσι και τώνε λέει, πίσω, πίσω. Λέει, θα περάσωμενε μέσ’ ‘ς το χωριό μα δε θα ‘γγίξωμενε. Λέει πίσω. Αφού δεν τσ’ εζάφτιζενε φωνάζει. Μανουήλ, Μανουήλ, πρόφταξε. Λέσι που να πάμενε. Να πάτε από το πλευρό να πάτε ‘ς το Τριάγκαθα να πέσετε ‘ς τα βύθη της θάλασσας. Κ’ έτσι εφύασι οι Ευλοϊές από το Δανακό, αλλά και από όλη τη Νάξο κι από τότες δεν ηξανάρθασι. [Φιλωτίτες= Κάτοικοι του χωρίου Φιλωτίου, εζαφτίζενε= Δεν τις έκανε καλά, δεν μπορούσε να τις αναχαιτίση].
(EL)