Τσαλακώνομαι= αρρωστώ εξ επηρείας κακών πνευμάτων μεθ' ων ήλθον “εις επαφήν”

Τσαλακώνομαι= αρρωστώ εξ επηρείας κακών πνευμάτων μεθ' ων ήλθον “εις επαφήν”
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
CC_BY_NC_ND



Τσαλακώνομαι= αρρωστώ εξ επηρείας κακών πνευμάτων μεθ' ων ήλθον “εις επαφήν” (EL)

Ερωτόκριτος, Ιωάννης

Τσαλακώνομαι= αρρωστώ εξ επηρείας κακών πνευμάτων μεθ' ων ήλθον “εις επαφήν”. Ήμουν έξω στα όρη τζ' εβλαστήμησα τζ' ετσαλακώθηκα. Εκ τούτου γίνεται το “τσαλακωμένος” συνώνυμον του “ντζισμένος” (ίδη τάξιν) (EL)

Παράδοση (EL)

Κύπρος (EL)


Αρ. 338, σελ. 65, Κύπρος, Ιω. Ερωτόκριτος
338

Ελληνική γλώσσα

Κείμενο




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.