Μερζεβήλ (το) = πληθ. τα μερζεβήλια= δαίμων, βελζεβούλ, εξ ού και παράγεται.

Μερζεβήλ (το) = πληθ. τα μερζεβήλια= δαίμων, βελζεβούλ, εξ ού και παράγεται.
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
CC_BY_NC_ND



Μερζεβήλ (το) = πληθ. τα μερζεβήλια= δαίμων, βελζεβούλ, εξ ού και παράγεται. (EL)

Άγνωστος συλλογέας

Μερζεβήλ (το) = πληθ. τα μερζεβήλια= δαίμων, βελζεβούλ, εξ ού και παράγεται. (EL)

Παράδοση (EL)

Μικρά Ασία (EL)


1927



871
Αρ. 871 , σελ. 23, Ανακού Μ.Ασίας

Ελληνική γλώσσα

Κείμενο




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.