Ο Δημήτρης αό Μπίρος ερχόταν ένα βράδυ από την Πύλο και στο δρόμο γλέπει δυο γυναίκες. – Που πάτε, τις αρωτάει. – Στου Γρίζι, του λένε. – Έ, πάμε μαζί, τον ίδιο δρόμο θα τραβήξουμε. Τραβήξανε μαζί, εκείνος μπροστά, αυτός από πίσω με τ’ άλογο. Σαν έφτασε επάνω από κείνα τα καϋμένα τα λιόφτα κι έκανε να γυρίση, τουλένε, από δω, από δω. Κάνει εκείνος να πάη πίσω τους, τηράει και γλέπει το βράχο μπροστά του. Ένα βήμα ακόμη νάκανε, θάπεφτε μες στο γκρεμό. Εκείνες χαθήκανε, γενήκαν αέρας. Πήγε στο Καπλάνι, του κάνανε σταυρώματα, ευχές, είδανε και πάθανε να τόνε συνεφέρουνε τον άνθρωπο.

Ο Δημήτρης αό Μπίρος ερχόταν ένα βράδυ από την Πύλο και στο δρόμο γλέπει δυο γυναίκες. – Που πάτε, τις αρωτάει. – Στου Γρίζι, του λένε. – Έ, πάμε μαζί, τον ίδιο δρόμο θα τραβήξουμε. Τραβήξανε μαζί, εκείνος μπροστά, αυτός από πίσω με τ’ άλογο. Σαν έφτασε επάνω από κείνα τα καϋμένα τα λιόφτα κι έκανε να γυρίση, τουλένε, από δω, από δω. Κάνει εκείνος να πάη πίσω τους, τηράει και γλέπει το βράχο μπροστά του. Ένα βήμα ακόμη νάκανε, θάπεφτε μες στο γκρεμό. Εκείνες χαθήκανε, γενήκαν αέρας. Πήγε στο Καπλάνι, του κάνανε σταυρώματα, ευχές, είδανε και πάθανε να τόνε συνεφέρουνε τον άνθρωπο.
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
CC_BY_NC_ND



Ο Δημήτρης αό Μπίρος ερχόταν ένα βράδυ από την Πύλο και στο δρόμο γλέπει δυο γυναίκες. – Που πάτε, τις αρωτάει. – Στου Γρίζι, του λένε. – Έ, πάμε μαζί, τον ίδιο δρόμο θα τραβήξουμε. Τραβήξανε μαζί, εκείνος μπροστά, αυτός από πίσω με τ’ άλογο. Σαν έφτασε επάνω από κείνα τα καϋμένα τα λιόφτα κι έκανε να γυρίση, τουλένε, από δω, από δω. Κάνει εκείνος να πάη πίσω τους, τηράει και γλέπει το βράχο μπροστά του. Ένα βήμα ακόμη νάκανε, θάπεφτε μες στο γκρεμό. Εκείνες χαθήκανε, γενήκαν αέρας. Πήγε στο Καπλάνι, του κάνανε σταυρώματα, ευχές, είδανε και πάθανε να τόνε συνεφέρουνε τον άνθρωπο. (EL)

Ταρσούλη, Γεωργία
Γαλανόπουλος, Τάσος

Ο Δημήτρης αό Μπίρος ερχόταν ένα βράδυ από την Πύλο και στο δρόμο γλέπει δυο γυναίκες. – Που πάτε, τις αρωτάει. – Στου Γρίζι, του λένε. – Έ, πάμε μαζί, τον ίδιο δρόμο θα τραβήξουμε. Τραβήξανε μαζί, εκείνος μπροστά, αυτός από πίσω με τ’ άλογο. Σαν έφτασε επάνω από κείνα τα καϋμένα τα λιόφτα κι έκανε να γυρίση, τουλένε, από δω, από δω. Κάνει εκείνος να πάη πίσω τους, τηράει και γλέπει το βράχο μπροστά του. Ένα βήμα ακόμη νάκανε, θάπεφτε μες στο γκρεμό. Εκείνες χαθήκανε, γενήκαν αέρας. Πήγε στο Καπλάνι, του κάνανε σταυρώματα, ευχές, είδανε και πάθανε να τόνε συνεφέρουνε τον άνθρωπο. (EL)

Παράδοση (EL)

Μεσσηνία, Πύλος, Ζιζάνι (EL)


1939



1378 Α
Αρ. 1378 Α, σελ. 128, Γ. Ταρσούλη, Ζιζάνι Πυλίας, 1939

Ελληνική γλώσσα

Κείμενο




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.