Μια φορά εκατέβηκε ένα Καλιτσάντερος από το φονάρο κ’έκανε το μουσαφίρη στο νοικοκύρη και του κουβέντιαζε για να βρούν ευκαιρία οι άλλοι να του κλέψουν το χοίρο
use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
Μια φορά εκατέβηκε ένα Καλιτσάντερος από το φονάρο κ’έκανε το μουσαφίρη στο νοικοκύρη και του κουβέντιαζε για να βρούν ευκαιρία οι άλλοι να του κλέψουν το χοίρο
(EL)
Καλιτσάντεροι
(EL)
Σπυριδάκης, Γεώργιος Κ.
Κοτσορνίθη, Μαρία Γ.
Μια φορά εκατέβηκε ένα Καλιτσάντερος από το φονάρο κ’έκανε το μουσαφίρη στο νοικοκύρη και του κουβέντιαζε για να βρούν ευκαιρία οι άλλοι να του κλέψουν το χοίρο. Ο γέρος το κατάλαβε. Αλλά αυτός ήβαλε μια σουφλιμάρα (μπριζόλα) στη σούβλα και την έψηνε στα κάρβουνα και την εβούτα και στη στάχτη. Ο Καλιτσάντερος τον ρωτά ‘’γιατί βάλλεις τη σουφλιμάρα μέσ’ στη στάχτη ;> Του λέει αυτός πως το παλληκάρι του του αρέσει έτσι. Στο μεταξύ ευρήκε ο γέρος ευκαιρία και του δωσε μια με τη σουφλιμάρα στα μάτια και τον εστράβωσε. Ύστερα που έκανε να φύγη ο Καλιτσάντερος ο γέρος τον εσούβλισε στη πλάτη κ’έμεινε η σούβλα καρφωμένη στην πλάτη του. Ο γέρος μετά για να σωθή εσηκώθηκε κ’έβαλε μια μεγάλη κάπα και φωνάζει παιδιά παλληκάρια τρέξετε να με βοηθήσετε. Έπιασε και αλάτι μια φούχτα και τόρριξε στη φωτιά κ’έκανε κρότους. Οι Καλιτσάντεροι που ήκουσαν τις φωνές και είδαν και την κάπαν του εφοβήθησαν κ’έφυγαν. Έτσι εσώθηκε ο γέρος και δεν του πήραν το γουρούνι.
(EL)