Καλλ’κατζάρ λέμε κέινους που γυρίζαν την παραμονή του φωτός και ανήμερα, κι έχουνε μ’τσούνες. (Γίνονται μτζούνες και την αποκριά, αλλά τότε τους λέμε μασκαράδες όχι Καλλ’κατζάρ). Στα πρώτα χρόνια τς γλέπαν τα Καλλ’κατζάρ. – Ο πατέρας μας τούλεγεν πως ένα γύρζε τα Δωδεκάμερα και παρακαίρ’σε στο δρόμο και τον φορτωθήκαν καλλ’κατζάρ’ κι αυτός έπεσε στα ξύλα, μέσα στο σαμάρ. Αρχινούσαν κείν’ και λέγαν Να και τόνα το γομάρ να και τάλλο το γομάρ άμ’ ο παρλαχτής! Σα bήκε στο σπίτι φώναζε ‘’Βγάλτε δαυλό όξω’’, γιατί τον ακλουθούσαν και φύγαν’’ Εχω ακούσ’, κάποια που ξέχασε το πανί τα στη βρύσ’ και είπε το βράδ’. ‘’Ξέχασα άdρα μ’το πανί μ’στη βρύς.’’Τι να κάμω;’’ Ύστερα ξέbλεξε τα μαλλιά τα, γίνκεν σαν τον δαίμονα και κείν’ και πήρεν μια πάνα που πανίζουμ’ στο φούρνο και πήγε στη βρύσ’ κι ηύρε τα Καλλικατζάρ κι’ είχ;αν το παννί και χορεύαν ένα γύρο. Και πιάσκεν και κείν στ’ν άκρια και χόρευεν κι ήλεγεν ο πρώτος : Δαίμονας είμαι κι εγώ τέτοιο δαίμονα δεν είδα και μόλις φώναξεν ο πετεινός στις δώδεκα η ώρα, Φέγνετε να φέγνουμε μαύρος πετεινός λαλεί. Μόλις ξαναφώναξεν ο πετεινός, φύγαν αυτοί. Πήρε κείν’ το πανί τα κι έφυγεν. Δεν ‘ταν να ξεχάσνε τίποτα όξω τα Δωδεκάμερα. Το παίρναν, λέει, οι Καλλκατζάρ. Και φωτιά να μη βγάλουν έξω. Ούτε οι άντρες να βγούν, με το τσιγάρο αναμμένο. Δε dόθελαν οι γναίκες να βγάλουν φωτιά απ’το σπίτ. (μαύρος=το μαύρο τον φοβούνταν)

Καλλ’κατζάρ λέμε κέινους που γυρίζαν την παραμονή του φωτός και ανήμερα, κι έχουνε μ’τσούνες. (Γίνονται μτζούνες και την αποκριά, αλλά τότε τους λέμε μασκαράδες όχι Καλλ’κατζάρ). Στα πρώτα χρόνια τς γλέπαν τα Καλλ’κατζάρ. – Ο πατέρας μας τούλεγεν πως ένα γύρζε τα Δωδεκάμερα και παρακαίρ’σε στο δρόμο και τον φορτωθήκαν καλλ’κατζάρ’ κι αυτός έπεσε στα ξύλα, μέσα στο σαμάρ. Αρχινούσαν κείν’ και λέγαν Να και τόνα το γομάρ να και τάλλο το γομάρ άμ’ ο παρλαχτής! Σα bήκε στο σπίτι φώναζε ‘’Βγάλτε δαυλό όξω’’, γιατί τον ακλουθούσαν και φύγαν’’ Εχω ακούσ’, κάποια που ξέχασε το πανί τα στη βρύσ’ και είπε το βράδ’. ‘’Ξέχασα άdρα μ’το πανί μ’στη βρύς.’’Τι να κάμω;’’ Ύστερα ξέbλεξε τα μαλλιά τα, γίνκεν σαν τον δαίμονα και κείν’ και πήρεν μια πάνα που πανίζουμ’ στο φούρνο και πήγε στη βρύσ’ κι ηύρε τα Καλλικατζάρ κι’ είχ;αν το παννί και χορεύαν ένα γύρο. Και πιάσκεν και κείν στ’ν άκρια και χόρευεν κι ήλεγεν ο πρώτος : Δαίμονας είμαι κι εγώ τέτοιο δαίμονα δεν είδα και μόλις φώναξεν ο πετεινός στις δώδεκα η ώρα, Φέγνετε να φέγνουμε μαύρος πετεινός λαλεί. Μόλις ξαναφώναξεν ο πετεινός, φύγαν αυτοί. Πήρε κείν’ το πανί τα κι έφυγεν. Δεν ‘ταν να ξεχάσνε τίποτα όξω τα Δωδεκάμερα. Το παίρναν, λέει, οι Καλλκατζάρ. Και φωτιά να μη βγάλουν έξω. Ούτε οι άντρες να βγούν, με το τσιγάρο αναμμένο. Δε dόθελαν οι γναίκες να βγάλουν φωτιά απ’το σπίτ. (μαύρος=το μαύρο τον φοβούνταν)
see the original item page
in the repository's web site and access the digital file of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
CC_BY_NC_ND



Καλλ’κατζάρ λέμε κέινους που γυρίζαν την παραμονή του φωτός και ανήμερα, κι έχουνε μ’τσούνες. (Γίνονται μτζούνες και την αποκριά, αλλά τότε τους λέμε μασκαράδες όχι Καλλ’κατζάρ). Στα πρώτα χρόνια τς γλέπαν τα Καλλ’κατζάρ. – Ο πατέρας μας τούλεγεν πως ένα γύρζε τα Δωδεκάμερα και παρακαίρ’σε στο δρόμο και τον φορτωθήκαν καλλ’κατζάρ’ κι αυτός έπεσε στα ξύλα, μέσα στο σαμάρ. Αρχινούσαν κείν’ και λέγαν Να και τόνα το γομάρ να και τάλλο το γομάρ άμ’ ο παρλαχτής! Σα bήκε στο σπίτι φώναζε ‘’Βγάλτε δαυλό όξω’’, γιατί τον ακλουθούσαν και φύγαν’’ Εχω ακούσ’, κάποια που ξέχασε το πανί τα στη βρύσ’ και είπε το βράδ’. ‘’Ξέχασα άdρα μ’το πανί μ’στη βρύς.’’Τι να κάμω;’’ Ύστερα ξέbλεξε τα μαλλιά τα, γίνκεν σαν τον δαίμονα και κείν’ και πήρεν μια πάνα που πανίζουμ’ στο φούρνο και πήγε στη βρύσ’ κι ηύρε τα Καλλικατζάρ κι’ είχ;αν το παννί και χορεύαν ένα γύρο. Και πιάσκεν και κείν στ’ν άκρια και χόρευεν κι ήλεγεν ο πρώτος : Δαίμονας είμαι κι εγώ τέτοιο δαίμονα δεν είδα και μόλις φώναξεν ο πετεινός στις δώδεκα η ώρα, Φέγνετε να φέγνουμε μαύρος πετεινός λαλεί. Μόλις ξαναφώναξεν ο πετεινός, φύγαν αυτοί. Πήρε κείν’ το πανί τα κι έφυγεν. Δεν ‘ταν να ξεχάσνε τίποτα όξω τα Δωδεκάμερα. Το παίρναν, λέει, οι Καλλκατζάρ. Και φωτιά να μη βγάλουν έξω. Ούτε οι άντρες να βγούν, με το τσιγάρο αναμμένο. Δε dόθελαν οι γναίκες να βγάλουν φωτιά απ’το σπίτ. (μαύρος=το μαύρο τον φοβούνταν) (EL)

Μέγας, Γ. Α.

Καλλ’κατζάρ λέμε κέινους που γυρίζαν την παραμονή του φωτός και ανήμερα, κι έχουνε μ’τσούνες. (Γίνονται μτζούνες και την αποκριά, αλλά τότε τους λέμε μασκαράδες όχι Καλλ’κατζάρ). Στα πρώτα χρόνια τς γλέπαν τα Καλλ’κατζάρ. – Ο πατέρας μας τούλεγεν πως ένα γύρζε τα Δωδεκάμερα και παρακαίρ’σε στο δρόμο και τον φορτωθήκαν καλλ’κατζάρ’ κι αυτός έπεσε στα ξύλα, μέσα στο σαμάρ. Αρχινούσαν κείν’ και λέγαν Να και τόνα το γομάρ να και τάλλο το γομάρ άμ’ ο παρλαχτής! Σα bήκε στο σπίτι φώναζε ‘’Βγάλτε δαυλό όξω’’, γιατί τον ακλουθούσαν και φύγαν’’ Εχω ακούσ’, κάποια που ξέχασε το πανί τα στη βρύσ’ και είπε το βράδ’. ‘’Ξέχασα άdρα μ’το πανί μ’στη βρύς.’’Τι να κάμω;’’ Ύστερα ξέbλεξε τα μαλλιά τα, γίνκεν σαν τον δαίμονα και κείν’ και πήρεν μια πάνα που πανίζουμ’ στο φούρνο και πήγε στη βρύσ’ κι ηύρε τα Καλλικατζάρ κι’ είχ;αν το παννί και χορεύαν ένα γύρο. Και πιάσκεν και κείν στ’ν άκρια και χόρευεν κι ήλεγεν ο πρώτος : Δαίμονας είμαι κι εγώ τέτοιο δαίμονα δεν είδα και μόλις φώναξεν ο πετεινός στις δώδεκα η ώρα, Φέγνετε να φέγνουμε μαύρος πετεινός λαλεί. Μόλις ξαναφώναξεν ο πετεινός, φύγαν αυτοί. Πήρε κείν’ το πανί τα κι έφυγεν. Δεν ‘ταν να ξεχάσνε τίποτα όξω τα Δωδεκάμερα. Το παίρναν, λέει, οι Καλλκατζάρ. Και φωτιά να μη βγάλουν έξω. Ούτε οι άντρες να βγούν, με το τσιγάρο αναμμένο. Δε dόθελαν οι γναίκες να βγάλουν φωτιά απ’το σπίτ. (μαύρος=το μαύρο τον φοβούνταν) (EL)

Παράδοση (EL)

Λήμνος, Κατάλακκος (EL)


1938



1160 Γ
Αρ. 1160 Γ, σελ. 65 -66- 67, Γ. Μέγας, Λήμνος, Σβέρδια, 1938

Greek

Text




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)