Είχα μια κυράτσα και μας έλεε ότι εδούα κάτω στου Κρητικού την Ελιά (νοτ.) έχει μια κρεμάρα (σπηλιά) εκεί εκελλαρώνανε (=αποθηκεύανε) τα συκά. Ο πατέρας της κυράτσας αυτής είχε το κριθάριν του στ’αγγειά μέσα και κάθε Σαββάτο επάαινε ο πατέρας της κ’έπιανε κριθάρι και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και ‘ά κάμη την κουμπάνια του σπιτιού. Αυτό ‘είνετο κάθε βολά. Μια μέρα αυτός ‘έν εμπρόλαβε ‘ά ‘ρτη απ’το χωράφι και η γεναίκα του σκέφτηκε επειδή είχε αργήσει ‘ά ‘κείνη ‘ά φέρη απ’τα’ αγγειό το κριθάρι. Πααίνει και θωρεί κ’ήτο τ’αγγειό γιομάτο μέχρι τα χείλη και εκεί που πήε ‘ά πιάη βρίσκει ένα φίδι πρασινοκόκκινο ‘έν το πείραξε το φίδι έκαμε τη βόρτα του κ(αι) εχάθη. Η γεναίκα εθώρε τ’αγγειό που ‘το γιομάτο και λέει : Μπά α’ο που πιάνει το κριθάρι ο άντρας μου αυτό είναι γιομάτο. ΄Επιασε κι αυτή κριθάρι κ’ήρτε στο σπίτι. Το βράυ αργά ήρτε ο άντρας της είδε αμέσως το κριθάρι που ‘φερε η γεναίκα και ‘έν εμίλησε τίποτε. Η γεναίκα του όμως του ‘πε : Άντρα ά ‘ό που πιάνεις κριθάρι και τα’αγγειό μας είναι γιομάτο μέχρι τα χείλη. Εκείνος ‘έν της απάντησε και την άλλη μέρα πάει άντρας και βλέπει τα’αγγειό άδειο, χάσαν το τυχερό γιατί έπρεπε ‘ά παιαίνη ούλο ο άντρας και ‘ά μη λέη τίποτε, όπως και ‘έν εμίλα.

Είχα μια κυράτσα και μας έλεε ότι εδούα κάτω στου Κρητικού την Ελιά (νοτ.) έχει μια κρεμάρα (σπηλιά) εκεί εκελλαρώνανε (=αποθηκεύανε) τα συκά. Ο πατέρας της κυράτσας αυτής είχε το κριθάριν του στ’αγγειά μέσα και κάθε Σαββάτο επάαινε ο πατέρας της κ’έπιανε κριθάρι και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και ‘ά κάμη την κουμπάνια του σπιτιού. Αυτό ‘είνετο κάθε βολά. Μια μέρα αυτός ‘έν εμπρόλαβε ‘ά ‘ρτη απ’το χωράφι και η γεναίκα του σκέφτηκε επειδή είχε αργήσει ‘ά ‘κείνη ‘ά φέρη απ’τα’ αγγειό το κριθάρι. Πααίνει και θωρεί κ’ήτο τ’αγγειό γιομάτο μέχρι τα χείλη και εκεί που πήε ‘ά πιάη βρίσκει ένα φίδι πρασινοκόκκινο ‘έν το πείραξε το φίδι έκαμε τη βόρτα του κ(αι) εχάθη. Η γεναίκα εθώρε τ’αγγειό που ‘το γιομάτο και λέει : Μπά α’ο που πιάνει το κριθάρι ο άντρας μου αυτό είναι γιομάτο. ΄Επιασε κι αυτή κριθάρι κ’ήρτε στο σπίτι. Το βράυ αργά ήρτε ο άντρας της είδε αμέσως το κριθάρι που ‘φερε η γεναίκα και ‘έν εμίλησε τίποτε. Η γεναίκα του όμως του ‘πε : Άντρα ά ‘ό που πιάνεις κριθάρι και τα’αγγειό μας είναι γιομάτο μέχρι τα χείλη. Εκείνος ‘έν της απάντησε και την άλλη μέρα πάει άντρας και βλέπει τα’αγγειό άδειο, χάσαν το τυχερό γιατί έπρεπε ‘ά παιαίνη ούλο ο άντρας και ‘ά μη λέη τίποτε, όπως και ‘έν εμίλα.
see the original item page
in the repository's web site and access the digital file of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
CC_BY_NC_ND



Είχα μια κυράτσα και μας έλεε ότι εδούα κάτω στου Κρητικού την Ελιά (νοτ.) έχει μια κρεμάρα (σπηλιά) εκεί εκελλαρώνανε (=αποθηκεύανε) τα συκά. Ο πατέρας της κυράτσας αυτής είχε το κριθάριν του στ’αγγειά μέσα και κάθε Σαββάτο επάαινε ο πατέρας της κ’έπιανε κριθάρι και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και ‘ά κάμη την κουμπάνια του σπιτιού. Αυτό ‘είνετο κάθε βολά. Μια μέρα αυτός ‘έν εμπρόλαβε ‘ά ‘ρτη απ’το χωράφι και η γεναίκα του σκέφτηκε επειδή είχε αργήσει ‘ά ‘κείνη ‘ά φέρη απ’τα’ αγγειό το κριθάρι. Πααίνει και θωρεί κ’ήτο τ’αγγειό γιομάτο μέχρι τα χείλη και εκεί που πήε ‘ά πιάη βρίσκει ένα φίδι πρασινοκόκκινο ‘έν το πείραξε το φίδι έκαμε τη βόρτα του κ(αι) εχάθη. Η γεναίκα εθώρε τ’αγγειό που ‘το γιομάτο και λέει : Μπά α’ο που πιάνει το κριθάρι ο άντρας μου αυτό είναι γιομάτο. ΄Επιασε κι αυτή κριθάρι κ’ήρτε στο σπίτι. Το βράυ αργά ήρτε ο άντρας της είδε αμέσως το κριθάρι που ‘φερε η γεναίκα και ‘έν εμίλησε τίποτε. Η γεναίκα του όμως του ‘πε : Άντρα ά ‘ό που πιάνεις κριθάρι και τα’αγγειό μας είναι γιομάτο μέχρι τα χείλη. Εκείνος ‘έν της απάντησε και την άλλη μέρα πάει άντρας και βλέπει τα’αγγειό άδειο, χάσαν το τυχερό γιατί έπρεπε ‘ά παιαίνη ούλο ο άντρας και ‘ά μη λέη τίποτε, όπως και ‘έν εμίλα. (EL)

Παπαμιχαήλ, Άννα Ι.

Είχα μια κυράτσα και μας έλεε ότι εδούα κάτω στου Κρητικού την Ελιά (νοτ.) έχει μια κρεμάρα (σπηλιά) εκεί εκελλαρώνανε (=αποθηκεύανε) τα συκά. Ο πατέρας της κυράτσας αυτής είχε το κριθάριν του στ’αγγειά μέσα και κάθε Σαββάτο επάαινε ο πατέρας της κ’έπιανε κριθάρι και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και το ‘φερνε στο σπίτι για να το φρύξη η γεναίκα του και ‘ά κάμη την κουμπάνια του σπιτιού. Αυτό ‘είνετο κάθε βολά. Μια μέρα αυτός ‘έν εμπρόλαβε ‘ά ‘ρτη απ’το χωράφι και η γεναίκα του σκέφτηκε επειδή είχε αργήσει ‘ά ‘κείνη ‘ά φέρη απ’τα’ αγγειό το κριθάρι. Πααίνει και θωρεί κ’ήτο τ’αγγειό γιομάτο μέχρι τα χείλη και εκεί που πήε ‘ά πιάη βρίσκει ένα φίδι πρασινοκόκκινο ‘έν το πείραξε το φίδι έκαμε τη βόρτα του κ(αι) εχάθη. Η γεναίκα εθώρε τ’αγγειό που ‘το γιομάτο και λέει : Μπά α’ο που πιάνει το κριθάρι ο άντρας μου αυτό είναι γιομάτο. ΄Επιασε κι αυτή κριθάρι κ’ήρτε στο σπίτι. Το βράυ αργά ήρτε ο άντρας της είδε αμέσως το κριθάρι που ‘φερε η γεναίκα και ‘έν εμίλησε τίποτε. Η γεναίκα του όμως του ‘πε : Άντρα ά ‘ό που πιάνεις κριθάρι και τα’αγγειό μας είναι γιομάτο μέχρι τα χείλη. Εκείνος ‘έν της απάντησε και την άλλη μέρα πάει άντρας και βλέπει τα’αγγειό άδειο, χάσαν το τυχερό γιατί έπρεπε ‘ά παιαίνη ούλο ο άντρας και ‘ά μη λέη τίποτε, όπως και ‘έν εμίλα. (EL)

Παράδοση (EL)

Νίσυρος, Νικειά (EL)


1964



Λ. Α. αρ. 2892, σελ. 289 – 290 , Άννης Ιω. Παπαμιχαήλ, Νικειά Νισύρου Δωδεκανήσου, 1964
2892

Greek

Text




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)