Ένα ζώ το πιο καλοβύζικο ηρχουdάνε κάθα μέρα αρμεμένο στο μαζωμό μας. – Βρέ ποιος το πκιάνει το ζώ και το κωλοβυζαίνει; εφώναζεν αρχιβοσκός (Εώ ήμου gοπέλλι, λέγει ο αφηγούμενος, κι εκακοβάνασιν οι βοσκοί πως το κωλοβυζαίνω ‘ώ (εγώ).Εώ λοιπό ήμουν αθώος). Μιάν ημέρα του παρακαθίζει ο κουνιάδος μου και πάει στα προβόλια που Μπρούλη από πίσω στα μακορράχιδα μες dο κορφάκι και βρίσκει το ζώ κι ήκλανε. Πάει το λοιπό απάνω στο γκρεμνάρι σε μιάν αραμάδα (σχισμή) και σταματά το ζώ και στρέφει ένας λαφκιάτης(= φίδι) μές την αραμάδα (το ’χε μαεμένο ο λαφκιάτης). Την άλλην ημέρα πάει ο κουνιάδος μου πριχού πάη. Το ζώ, με το τουφέκι, και παρακαθίζει του λαφκάτη κι αρχινά και κλαίει σα dο ζώ. Μπροβαίνει ο λαφκάτης και δώνει του ο βοσκός μια dουφέκια και τόνε κάνει σκονόβολο. Σε μια στιμής πάει το ζώ να υρέψη το λαφκιάτη, αρχινά τσι φωνές να ‘βγη ο λαφκιάτης μα ήτονε αργά. Ο λαφκιάτης δε βγαίνει και σκατό ζώ ‘τατί το ’χε μαεμένο. (αμερμένο = αμελγμένο, μαζωμό = στάνη, εκακοβάνασιν = υποπτεύοντο, παρακαθίζει = παραμονεύει, κουνιάδος = γαμbρός, προβόλια = χωράφια, γκρεμνάρι = κρημνός, βράχος, σκονόβολο = τον κάνει κομματάκια, σκόνη)

Ένα ζώ το πιο καλοβύζικο ηρχουdάνε κάθα μέρα αρμεμένο στο μαζωμό μας. – Βρέ ποιος το πκιάνει το ζώ και το κωλοβυζαίνει; εφώναζεν αρχιβοσκός (Εώ ήμου gοπέλλι, λέγει ο αφηγούμενος, κι εκακοβάνασιν οι βοσκοί πως το κωλοβυζαίνω ‘ώ (εγώ).Εώ λοιπό ήμουν αθώος). Μιάν ημέρα του παρακαθίζει ο κουνιάδος μου και πάει στα προβόλια που Μπρούλη από πίσω στα μακορράχιδα μες dο κορφάκι και βρίσκει το ζώ κι ήκλανε. Πάει το λοιπό απάνω στο γκρεμνάρι σε μιάν αραμάδα (σχισμή) και σταματά το ζώ και στρέφει ένας λαφκιάτης(= φίδι) μές την αραμάδα (το ’χε μαεμένο ο λαφκιάτης). Την άλλην ημέρα πάει ο κουνιάδος μου πριχού πάη. Το ζώ, με το τουφέκι, και παρακαθίζει του λαφκάτη κι αρχινά και κλαίει σα dο ζώ. Μπροβαίνει ο λαφκάτης και δώνει του ο βοσκός μια dουφέκια και τόνε κάνει σκονόβολο. Σε μια στιμής πάει το ζώ να υρέψη το λαφκιάτη, αρχινά τσι φωνές να ‘βγη ο λαφκιάτης μα ήτονε αργά. Ο λαφκιάτης δε βγαίνει και σκατό ζώ ‘τατί το ’χε μαεμένο. (αμερμένο = αμελγμένο, μαζωμό = στάνη, εκακοβάνασιν = υποπτεύοντο, παρακαθίζει = παραμονεύει, κουνιάδος = γαμbρός, προβόλια = χωράφια, γκρεμνάρι = κρημνός, βράχος, σκονόβολο = τον κάνει κομματάκια, σκόνη)
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
CC_BY_NC_ND



Ένα ζώ το πιο καλοβύζικο ηρχουdάνε κάθα μέρα αρμεμένο στο μαζωμό μας. – Βρέ ποιος το πκιάνει το ζώ και το κωλοβυζαίνει; εφώναζεν αρχιβοσκός (Εώ ήμου gοπέλλι, λέγει ο αφηγούμενος, κι εκακοβάνασιν οι βοσκοί πως το κωλοβυζαίνω ‘ώ (εγώ).Εώ λοιπό ήμουν αθώος). Μιάν ημέρα του παρακαθίζει ο κουνιάδος μου και πάει στα προβόλια που Μπρούλη από πίσω στα μακορράχιδα μες dο κορφάκι και βρίσκει το ζώ κι ήκλανε. Πάει το λοιπό απάνω στο γκρεμνάρι σε μιάν αραμάδα (σχισμή) και σταματά το ζώ και στρέφει ένας λαφκιάτης(= φίδι) μές την αραμάδα (το ’χε μαεμένο ο λαφκιάτης). Την άλλην ημέρα πάει ο κουνιάδος μου πριχού πάη. Το ζώ, με το τουφέκι, και παρακαθίζει του λαφκάτη κι αρχινά και κλαίει σα dο ζώ. Μπροβαίνει ο λαφκάτης και δώνει του ο βοσκός μια dουφέκια και τόνε κάνει σκονόβολο. Σε μια στιμής πάει το ζώ να υρέψη το λαφκιάτη, αρχινά τσι φωνές να ‘βγη ο λαφκιάτης μα ήτονε αργά. Ο λαφκιάτης δε βγαίνει και σκατό ζώ ‘τατί το ’χε μαεμένο. (αμερμένο = αμελγμένο, μαζωμό = στάνη, εκακοβάνασιν = υποπτεύοντο, παρακαθίζει = παραμονεύει, κουνιάδος = γαμbρός, προβόλια = χωράφια, γκρεμνάρι = κρημνός, βράχος, σκονόβολο = τον κάνει κομματάκια, σκόνη) (EL)

Η μαεμένη Ζούλα (EL)

Οικονομίδης, Δημήτριος
Χάλκου, Ιωάννου

Ένα ζώ το πιο καλοβύζικο ηρχουdάνε κάθα μέρα αρμεμένο στο μαζωμό μας. – Βρέ ποιος το πκιάνει το ζώ και το κωλοβυζαίνει; εφώναζεν αρχιβοσκός (Εώ ήμου gοπέλλι, λέγει ο αφηγούμενος, κι εκακοβάνασιν οι βοσκοί πως το κωλοβυζαίνω ‘ώ (εγώ).Εώ λοιπό ήμουν αθώος). Μιάν ημέρα του παρακαθίζει ο κουνιάδος μου και πάει στα προβόλια που Μπρούλη από πίσω στα μακορράχιδα μες dο κορφάκι και βρίσκει το ζώ κι ήκλανε. Πάει το λοιπό απάνω στο γκρεμνάρι σε μιάν αραμάδα (σχισμή) και σταματά το ζώ και στρέφει ένας λαφκιάτης(= φίδι) μές την αραμάδα (το ’χε μαεμένο ο λαφκιάτης). Την άλλην ημέρα πάει ο κουνιάδος μου πριχού πάη. Το ζώ, με το τουφέκι, και παρακαθίζει του λαφκάτη κι αρχινά και κλαίει σα dο ζώ. Μπροβαίνει ο λαφκάτης και δώνει του ο βοσκός μια dουφέκια και τόνε κάνει σκονόβολο. Σε μια στιμής πάει το ζώ να υρέψη το λαφκιάτη, αρχινά τσι φωνές να ‘βγη ο λαφκιάτης μα ήτονε αργά. Ο λαφκιάτης δε βγαίνει και σκατό ζώ ‘τατί το ’χε μαεμένο. (αμερμένο = αμελγμένο, μαζωμό = στάνη, εκακοβάνασιν = υποπτεύοντο, παρακαθίζει = παραμονεύει, κουνιάδος = γαμbρός, προβόλια = χωράφια, γκρεμνάρι = κρημνός, βράχος, σκονόβολο = τον κάνει κομματάκια, σκόνη) (EL)

Παράδοση (EL)

Νάξος, Απείρανθος (EL)


1934



Λ. Α. αρ. 1609, σελ. 7, Δ. Οικονομίδης, Απείρανθος Νάξου, 1934
1609

Ελληνική γλώσσα

Κείμενο




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.