Ο Μαλισσόβας είχι φτιρά κι πιτούσε

Ο Μαλισσόβας είχι φτιρά κι πιτούσε
see the original item page
in the repository's web site and access the digital file of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
CC_BY_NC_ND



Ο Μαλισσόβας είχι φτιρά κι πιτούσε (EL)

Λουκάτος, Δημήτριος Σ.

Ο Μαλισσόβας είχι φτιρά κι πιτούσε. Κλέφτης, παλληκάρ’. (Το ‘λεε ου Δημητράκος, δεν το θ’μάμαι). Ήταν μπαστάρ’κο. Αυτούνοι ήταν 80 κλέφτις μαζί, στη θέση φουρνότσ’μα (εδώ στο Θραψίμ’. Έψηναν αρνιά κι είχαν καραούλι βγαλημένο. Τους πήρε και το μπαϊράκ’. Και το λέμε στου Μπαϊρακτάρ (βοσκό) απάν’. Προτού στηθή το καραούλ’ έβγαλαν μια πλάτι κι’ εξήτασαν. Είδαν στην πλάτ’ πως τους παίρνουνε καταπόδ’ οι Τούρκοι, τσ’ είπε ότι θα πιάσωμε μάχη και θα βαρεθή ένας από μας. Πήραν τ΄αρνιά μ’σοψημένα κι έπιασαν τη Γουρνωτή (την πολεμίστρα). Έπιασαν θέσ’ κι άρχεψαν μάχ’. Και τσι κυνήγωσαν μι τα σπαθιά τσι Τούρκοι. Βάρεσαν πολλούς. Αλλά ο Μαλισσόβας, επειδής ήταν παλλ’κάρ’ κι είχι κι φτιρά στην αμασχάλ’ (τα μολόγαε ο Κατσής) πετιόνταν και τσ’ έπαιρνε στο ποδάρ’ με τα σπαθιά και δεν μπορούσαν να τον χτυπήσουν. Είχι τίμιο ξύλο και δεν τον έκαναν τίποτα. Αλλά οι Τούρκοι το υποπτεύθηκαν πως είχι τίμιο ξύλο κι έκοψαν βόλι ασημένιο (από χαρπί) απ’ γιόμωναν τα κουμπούρια με μπαρούτ’ και τον σκότωσαν. Πήραν το κεφάλι τ’ κι φώναξαν τσ’ κλέφτες: «Τι τον έχιτι το Μελισσόβα; Τότε πετάχ’καν οι κλέφτες: Τι τουν είχαμι του Μελισσόβα; Τσιράκι τον είχαμι! Τι να πούνε; Ξανάπιασαν τη μάχ’ κι σκότωσαν καμιά τρακοσαρία Τούρκοι. Τους κυνήγησαν, παν καλιά τα. (EL)

Παράδοση (EL)

Καρδίτσα, Θραψίμι (EL)


1959



Λ. Α. αρ. 2301, σελ. 216 – 17, Δ. Λουκάτος, Θραψίμι Καρδίτσης, 1959
2301

Greek

Text




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)