use the file or the thumbnail according to the license: CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
Καταχανάς (ο)
(EL)
Καρανικόλας, Σωττήριος Α.
Καταχανάς (ο). Κοινόν. Σκωπτ. Ο απαίσιος εις την εμφάνισιν και μαύρος και σκοτεινός την ψυχήν. Ως επί το πλείστον προσάπτεται εις γέρους και γρηές. “Τι κάμνει, πρε, η μάμ – μη σου, ο καταχανάς”; Απαντά και: “Μαύρος Καταχανάς”.
(EL)