Μια εκοιλοπονούσε, λοιπό οι αδερφές της εσηκώθηκα κ’ επήα κ εχτυπήσα τη μπόρτα τση μαμμής

Μια εκοιλοπονούσε, λοιπό οι αδερφές της εσηκώθηκα κ’ επήα κ εχτυπήσα τη μπόρτα τση μαμμής
see the original item page
in the repository's web site and access the digital file of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
CC_BY_NC_ND



Μια εκοιλοπονούσε, λοιπό οι αδερφές της εσηκώθηκα κ’ επήα κ εχτυπήσα τη μπόρτα τση μαμμής (EL)

Σπυριδάκης, Γεώργιος Κ.
Σπύρου, Κωνσταντινιά Γ.

Μια εκοιλοπονούσε, λοιπό οι αδερφές της εσηκώθηκα κ’ επήα κ εχτυπήσα τη μπόρτα τση μαμμής. Επορπάτησαν σ’ ένα ωρισμένο μέρος. Της ‘λέγα στο δρόμο: Τρέχα κυρά μαμμή. Άμα η μαμμή είδενε πως ο δρόμος που την περάσανε δεν ήτανε γνωστός της εμπήκε στην υποψία. Εφοβήθη. Αυτές την κατάλαβα και της είπαν: Μη φοβάσαι, κυρά μαμμή. Εμείς θα σε πάμε πάλι στο σπίτι σου. Την πήγα λοιπόν σε μια σπηλιά στο Μέσα Κήπο (= τοποθεσία δίπλα στο Νεκροταφείο στην πρωτεύουσα της Λέρου). Αυτή ευρήκε εκειά μια Νεράδα που κοιλοπονούσε, σκεπασμένη με ρούχα γνωρισιμιά. Ήτανε συγγενικά της. Όπως ήπχιασε το παιδί η μαμμή, ύστερα τα χέρια της με τα αίματα τα έβαλε πάνω στα σεντόνια. Εδιώρθωσε το λοχού (=λεχώ) κ’ εσηκώθη να φύη. Της γεμώσα τον κωλοζώστη (= ζώνη που ζώνεται εξωτερικώς η γυναίκα), κρομμυδότσουφλα. Την επήγανε ως την πόρτα ντης, τως ηυχήθη καλορρίζικο, κ’ εφύγανε αυτές. Αυτή ‘πο το φόβον της τίναξε τη ζώνα όξω από την πόρτα της για να φύγουν τα κρομμυδότσουφλα κ’ έκλεισε. Κατατρομαγμένη ήπεσε να κοιμηθή. Το πρωΐ που ξύπνησε εμείνα λίγα φύλλα στη ζώνα της και με χαρά μεγάλη είδε πως ήταν φλουριά. (EL)

Παράδοση (EL)

Λέρος (EL)


1958



Λ. Α. αρ. 2279, σελ. 54 – 55, Γεωργ. Κ. Σπυριδάκη, Λέρος, 1958
2279

Greek

Text




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)