Ένας που ‘τανε κράκτης (=καντηλανάφτης) χρόνια σεράντα στην εκκλησά των Νικειών, στα Εισόδια της Παναγιάς είδε καλοβαρβάρες, ήτο πατέρας μου και μας τα ‘λεε
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης : CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
Ένας που ‘τανε κράκτης (=καντηλανάφτης) χρόνια σεράντα στην εκκλησά των Νικειών, στα Εισόδια της Παναγιάς είδε καλοβαρβάρες, ήτο πατέρας μου και μας τα ‘λεε
(EL)
Παπαμιχαήλ, Άννα Ι.
Ένας που ‘τανε κράκτης (=καντηλανάφτης) χρόνια σεράντα στην εκκλησά των Νικειών, στα Εισόδια της Παναγιάς είδε καλοβαρβάρες, ήτο πατέρας μου και μας τα ‘λεε. Ήτο παραμονές Χριστούεννα και σηκώθηκε τα μεσάνυχτα (ν)α φωνάξη τον κόσμο στην εκκλησά γιατί έτσι (γ)ίνεται, περνούσε κ’εφώναζε και χτυπούσε τις πόρτες απ’όλες τις στράτες. Άμα έφτασε σ’ένα μέρος που τον λέμε Άλιτα (έχει εκεί μια αγριοσυκιά, γιαυτό το λέμε έτσι παλιά είχε πολλά άλιτα) είδε ομπρός του μια γεναίκα με άσπρα ντυμένη όσο πάαινε κοντά της (προς την γεναίκα αυτή ψήλωνε μέχρι που έφτασε σ’ένα σημείο που ‘έν μποσούσε (ν)α ανετρανίση (=κοιτάξη) τότε κατάλαβε πως ήτο άσκημο πράμα φάντασμα, Καλοβαρβάρα κ’έκαμε το σταυρόν του κ’έφυε.
(EL)
*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.