Δυό παιϊά μια μέρα ‘κεί που κάμναν το καμίνι όξω στου Κοίλου την Λαγκά (ανατ.) μεσημέρι ήτο μπίζιλη ώρα είναι αυτή (μέσ’στη ζέστη) κι έκουσαν Αντώνη Αντώνη τον ένα απ’τους δυό τον λέαν Αντώνη και ‘ύρισε ο Αντώνης κ’είδε ένα ψηλόν π’ανέβαινε και είχε κ’ένα πάπλωμα άσπρο κ(αι) εβάστα. Το παιί απήντησε ‘έν ήξευρεέπρεπε ‘ά μην απαντήση. Άμα απήντησε έπαθε γκόλωμα, γκολώθηκε (στράβωσε η μούρη του). Αμέσως τον επήραν και του περάσαν αγιωτικά κ(αι) επήαν και στο μέρος εκείνο τον παπά και πέρασε αγιωτικά πολλά και το παλληκάρι μετά ‘α ‘ό πολλά έ’ινε καλά.

Δυό παιϊά μια μέρα ‘κεί που κάμναν το καμίνι όξω στου Κοίλου την Λαγκά (ανατ.) μεσημέρι ήτο μπίζιλη ώρα είναι αυτή (μέσ’στη ζέστη) κι έκουσαν Αντώνη Αντώνη τον ένα απ’τους δυό τον λέαν Αντώνη και ‘ύρισε ο Αντώνης κ’είδε ένα ψηλόν π’ανέβαινε και είχε κ’ένα πάπλωμα άσπρο κ(αι) εβάστα. Το παιί απήντησε ‘έν ήξευρεέπρεπε ‘ά μην απαντήση. Άμα απήντησε έπαθε γκόλωμα, γκολώθηκε (στράβωσε η μούρη του). Αμέσως τον επήραν και του περάσαν αγιωτικά κ(αι) επήαν και στο μέρος εκείνο τον παπά και πέρασε αγιωτικά πολλά και το παλληκάρι μετά ‘α ‘ό πολλά έ’ινε καλά.
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε το ψηφιακό αρχείο του τεκμηρίου*
χρησιμοποιήστε
το ψηφιακό αρχείο ή την εικόνα προεπισκόπησης σύμφωνα με την άδεια χρήσης :
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα
CC_BY_NC_ND



Δυό παιϊά μια μέρα ‘κεί που κάμναν το καμίνι όξω στου Κοίλου την Λαγκά (ανατ.) μεσημέρι ήτο μπίζιλη ώρα είναι αυτή (μέσ’στη ζέστη) κι έκουσαν Αντώνη Αντώνη τον ένα απ’τους δυό τον λέαν Αντώνη και ‘ύρισε ο Αντώνης κ’είδε ένα ψηλόν π’ανέβαινε και είχε κ’ένα πάπλωμα άσπρο κ(αι) εβάστα. Το παιί απήντησε ‘έν ήξευρεέπρεπε ‘ά μην απαντήση. Άμα απήντησε έπαθε γκόλωμα, γκολώθηκε (στράβωσε η μούρη του). Αμέσως τον επήραν και του περάσαν αγιωτικά κ(αι) επήαν και στο μέρος εκείνο τον παπά και πέρασε αγιωτικά πολλά και το παλληκάρι μετά ‘α ‘ό πολλά έ’ινε καλά. (EL)

Παπαμιχαήλ, Άννα Ι.

Δυό παιϊά μια μέρα ‘κεί που κάμναν το καμίνι όξω στου Κοίλου την Λαγκά (ανατ.) μεσημέρι ήτο μπίζιλη ώρα είναι αυτή (μέσ’στη ζέστη) κι έκουσαν Αντώνη Αντώνη τον ένα απ’τους δυό τον λέαν Αντώνη και ‘ύρισε ο Αντώνης κ’είδε ένα ψηλόν π’ανέβαινε και είχε κ’ένα πάπλωμα άσπρο κ(αι) εβάστα. Το παιί απήντησε ‘έν ήξευρεέπρεπε ‘ά μην απαντήση. Άμα απήντησε έπαθε γκόλωμα, γκολώθηκε (στράβωσε η μούρη του). Αμέσως τον επήραν και του περάσαν αγιωτικά κ(αι) επήαν και στο μέρος εκείνο τον παπά και πέρασε αγιωτικά πολλά και το παλληκάρι μετά ‘α ‘ό πολλά έ’ινε καλά. (EL)

Παράδοση (EL)

Νίσυρος, Νικειά (EL)


1964



Λ. Α. αρ. 2892, σελ. 333 - 334, Άννης Ιω. Παπαμιχαήλ, Νικειά Νισύρου Δωδεκανήσου, 1964
2892

Ελληνική γλώσσα

Κείμενο




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των φορέων περιεχομένου.