Ο Μανόαρος ήτανε ένα ξακουστό παλληκάρι του χωριού, ήτανε βοσκός είχε κάτι χτήματα ‘ς τα Λείμματα κοντά ‘ς τον Απόλλωνα και τον ειδοποιήσανε να πάη που ήτανε Μεσωτικά (ανήκοντα εις τους κατοίκους του χωρίου Μέση)βούδια μέσα’ς τα σπαρτά ντου

Ο Μανόαρος ήτανε ένα ξακουστό παλληκάρι του χωριού, ήτανε βοσκός είχε κάτι χτήματα ‘ς τα Λείμματα κοντά ‘ς τον Απόλλωνα και τον ειδοποιήσανε να πάη που ήτανε Μεσωτικά (ανήκοντα εις τους κατοίκους του χωρίου Μέση)βούδια μέσα’ς τα σπαρτά ντου
see the original item page
in the repository's web site and access the digital file of the item*
use
the file or the thumbnail according to the license:
CC BY-NC-ND 4.0 GR
Attribution-NonCommercial-NoDerivatives
CC_BY_NC_ND



Ο Μανόαρος ήτανε ένα ξακουστό παλληκάρι του χωριού, ήτανε βοσκός είχε κάτι χτήματα ‘ς τα Λείμματα κοντά ‘ς τον Απόλλωνα και τον ειδοποιήσανε να πάη που ήτανε Μεσωτικά (ανήκοντα εις τους κατοίκους του χωρίου Μέση)βούδια μέσα’ς τα σπαρτά ντου (EL)

Ήμελλος, Στέφανος Δ.
Χατζόπουλος, Γεώργιος

Ο Μανόαρος ήτανε ένα ξακουστό παλληκάρι του χωριού, ήτανε βοσκός είχε κάτι χτήματα ‘ς τα Λείμματα κοντά ‘ς τον Απόλλωνα και τον ειδοποιήσανε να πάη που ήτανε Μεσωτικά (ανήκοντα εις τους κατοίκους του χωρίου Μέση)βούδια μέσα’ς τα σπαρτά ντου. Αυτός εφόρανε ρασόβρακα (από ανάπλι πατημένο). Έφυγε από ‘δώ με το νηλιοβασίλεμα. Πάει ‘ς τα χτήματά ντου αλλά δεν τα βρήκε τα βούδια κ’επιστράφη κ’ενυχτώθηκε από τα’ ‘ασπρο βουνάκι (τπνμ). Όντεν ανέβηκε ‘ς τη ΧΟχλακούρα (τπνμ)είχε μαζί ντου ένα σκυλί κ’εβούτηξε να μπή από τον αμπόδιωνα ντου μέσ’ς τη ρασόβρακα. Εσηκώθηκεν η τρίχα ντου τα’αθρώπου. Εν τω μεταξύ είχανε πεί για το Καψοτζόβενο ότι είχενε βρικολακιάσει και τον είχανε δεί πολλοί. Ήβανενε με το νού ντου ότι είναι εκέινος και λέει. Τζόβενε πιο καλυτερά σου ‘ναι να μη συνεπαντηχτούμε παρά να συνεπαντηχτούμε. Αυτός αντί για μαχαίρι είχενε ‘ς τη μέση ντου ένα τσικούρι. Όντες ανεβηκενε ‘ς το μπροβάλωμα τα’άη Ιαννιού ξανανεχέντρωσε χωρίς να το θέλη. Ερχόμενος ‘ς το Κακόρυακα είδε τον βρικόλακα ξαπλωμένο μέσ’ς τη μέση τση στράτας. Δεν έχασε τη ψυχραιμία ντου, λέει δε σου ‘πα να μη μ’απαντήξης; Και του δίνει μια μαναριά μέσ’ ‘ς τη μέση. [Εξέχασανά σου πώ ότι εδοκίμασε να περάση ‘ς το κάτω μέρος κ’εφοβήθηκε να μη του δώση κλωτσά να πάη κάτω. Αν περάσω πάλι από τα’απάνω μέρος θα με φτύση και θα πεθάνω] Τότε πια έβγαλε το τσικούρι τον ήπιασε κ’ήταν όλο γλίτσες κ’ελερώθηκε. Έ: Θεέ μου ξελύτρωνε, την ώρα που έβγαλε το τσικούρι εχάθηκενε και ν’ακούς τσι τραχιές (τα βουνά) να κυλούνε!Κατόπι εμπρόλαβε ‘ς το μπροβάλημα τα’άη Ιωργιού. Λέει ‘α πάω χαμηλά τον άη Ιώργη θα ‘χη παρέα ‘κεί και θα μου επιτεθούνε να με χαλάσουνε κ’επήρε ένα άλλο μονοπάτι κ’ήρθε τάμπέλια κρεμαστά και ώσπου να ρθη’ ‘ς το σπίτι ντου είχεν έρθει ο βρικόλακας κ’είχε πιάσει πάλεμα με τη γυναίκα ντου και τσή χε πνίξει ένα παιδί. Μ ετο πηγαιμό ντου εκεί πετάχτηκε κ’έφυγε. (EL)

Παράδοση (EL)

Νάξος, Κωμιακή (EL)


1960



Λ. Α. αρ. 2342, σελ. 197- 199, Στεφ. Ημέλλου, Νάξος, (Κωμιακή) 1960
2342

Greek

Text




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)