Μια βολά ηύραν έναν άτρωτο οι ανεράες κ’ έθελαν ‘α τον ρίξουν στη βιστέρνα έπαιραν τον από έ’ώ έπαιραν τον από ‘κεί χορεύκαν τον, αυτός ήτο με θάρρος γιαυτό (δ)εν ερρίξαν τον και χόρευκε κι αυτός καλά, μέχρι που (α)κούει αυτές κ’ έλεαν: Ελάτε ‘α φύωμε λάλησε το κόκκινο πουλί (κόκορας) σε λίο φώναξαν και τ’ άσπρο, ακόμα λίο φωνάζει η άλλη, δεν είναι ακόμα ώρα κ’ ύστερα φώναξαν το μαύρο λαλεί και φύαν χάθησαν και φήκαν τον άτρωτο και (γ)ύρισε στο σπίτι του.
Νησί