Οι Καταχανάες εβγαίναν τα μεσάνυχτα κ(αι) επηαίναν κ(αι) εμπαίναν στα σπίτια που ‘χε λεχούσες, μπαίναν απ’ το φανόχτη (καπνοδ.) και πνίαν τα μωρά καμμιά φορά και τη λεχούσα. Και βρίσκοντο άμα τα επνίαν ευρίσκοντο κάτι μελανιές και καταλαβαίναμε ότι έρκουντο οι καταχανάες και επνίαν τα. Γιαυτό όπου είχε τρύπα την εφράσσαν και κάτω από τα μαξιλλάρια εβάλαν ένα ψαλί(δι) με το κρομμύδι και ‘κονισματάκι και την κρατηχτήρα. Την κρατηχτήρα την βάλλουμε κι άμα ένοιε η μούτη μας.
Νησί